Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη γεωπολιτική της Αλβανίας ως περίπτωση μικρού κράτους με δυσανάλογα μεγάλη στρατηγική πυκνότητα. Η σημασία της Αλβανίας δεν απορρέει πρωτίστως από το μέγεθος της οικονομίας, του πληθυσμού ή των ενόπλων δυνάμεών της, αλλά από τη γεωγραφική της θέση, από τον τρόπο της ιστορικής συγκροτήσεώς της, από τη μη σύμπτωση των κρατικών συνόρων με τον ευρύτερο αλβανικό εθνικό χώρο και από τη χρησιμότητά της για ισχυρότερους εξωτερικούς δρώντες. Υπό το πρίσμα αυτό, η Αλβανία αναλύεται ως τριπλή γεωπολιτική πραγματικότητα: ως κράτος-φράγμα, ως εθνικός συσπειρωτής και ως βαλκανικός κόμβος ισχύος.
Η μελέτη παρακολουθεί τη διαμόρφωση της αλβανικής ιδιαιτερότητος από την οθωμανική περίοδο και την αλβανική εθνική αναγέννηση έως την ανεξαρτησία του 1912, τη σύγκρουση για τη Βόρειο Ήπειρο, την ιταλική διείσδυση, την κομμουνιστική απομόνωση και τη μετακομμουνιστική πρόσδεση στη Δύση. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στο Κοσσυφοπέδιο, στη Βόρειο Μακεδονία, στο Μαυροβούνιο, στις σχέσεις με τη Σερβία, την Τουρκία, την Ιταλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και στις ελληνοαλβανικές διαφορές που αφορούν τη Βόρειο Ήπειρο, τη Χειμάρρα, τις περιουσίες, τις θαλάσσιες ζώνες και το Τσαμικό ζήτημα.
Η ανάλυση οργανώνεται γύρω από το θουκυδίδειο τρίπτυχο του Φόβου, της Τιμής και του Συμφέροντος. Ο Φόβος συνδέεται με τη διαίρεση του αλβανικού εθνικού χώρου και τη μνήμη ξένων αποφάσεων· η Τιμή με την επιδίωξη αναγνωρίσεως της Αλβανίας ως κέντρου ενός ευρύτερου έθνους· και το Συμφέρον με τη δυτική πρόσδεση, τη θεσμική σταθερότητα, την οικονομική ανάπτυξη και την αποφυγή ανοικτής αναθεωρήσεως των συνόρων. Η μελέτη υποστηρίζει ότι η αλβανική ισχύς είναι εν μέρει δανεική, επειδή προκύπτει από τη στρατηγική χρησιμότητα της χώρας για τρίτους δρώντες. Το βασικό πρόβλημα, επομένως, είναι η πιθανή απόσταση μεταξύ πραγματικής και αντιληπτής ισχύος.
Για την Ελλάδα, το συμπέρασμα είναι ότι η επιδίωξη δεν πρέπει να είναι μία αδύναμη Αλβανία, αλλά μία Αλβανία δεσμευμένη σε θεσμούς, κανόνες και αλληλεξαρτήσεις. Η υπέρβαση του «παραδόξου της εγγύτητος και της δυσεπίλυτης αντιπαλότητος» προϋποθέτει τη μετατροπή των κοινών συμφερόντων σε θεσμικούς δεσμούς και των ελληνικών δικαιωμάτων σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της Αλβανίας. Μόνον έτσι η γεωγραφική εγγύτης μπορεί να παύσει να λειτουργεί αποκλειστικώς ως πολλαπλασιαστής τριβών και να μετατραπεί σε μηχανισμό προβλεψιμότητος και αμοιβαίου κόστους.
Λέξεις-κλειδιά: Αλβανία, Κοσσυφοπέδιο, Βόρειος Ήπειρος, ελληνοαλβανικές σχέσεις, δυτικά Βαλκάνια, θουκυδίδεια γεωπολιτική, Φόβος, Τιμή, Συμφέρον, κράτος-φράγμα, εθνικός χώρος, ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Η Αλβανία είναι ένα μικρό κράτος, με δυσανάλογα μεγάλη γεωπολιτική αξία. Η σημασία της δεν προκύπτει από το μέγεθος του πληθυσμού της, από το βάθος της οικονομίας της ή από την ισχύ των ενόπλων δυνάμεών της. Προκύπτει από τη θέση της, από την ιστορική γένεσή της, από τη σχέση της με έναν ευρύτερο αλβανικό εθνικό χώρο και από τη χρησιμότητά της για ισχυρότερους δρώντες. Είναι μία από τις βαλκανικές περιπτώσεις όπου η μικρή υλική ισχύς συνδυάζεται με μεγάλη στρατηγική πυκνότητα.
Η Αλβανία δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως κράτος περιορισμένο στα σύνορά του, αλλά ως τριπλή γεωπολιτική πραγματικότητα. Είναι κράτος-φράγμα, διότι δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε ως εμπόδιο στην έξοδο της Σερβίας στην Αδριατική και ως ενδιάμεσος χώρος μεταξύ ανταγωνιστικών δυνάμεων. Είναι εθνικός συσπειρωτής, διότι το αλβανικό κράτος δεν περιλαμβάνει όλους τους Αλβανούς και επομένως έλκει πολιτικά, συμβολικά και στρατηγικά το Κοσσυφοπέδιο, τους Αλβανούς της Βορείου Μακεδονίας, τους Αλβανούς του Μαυροβουνίου και την ευρύτερη διασπορά. Είναι, τέλος, πλατφόρμα τρίτων δυνάμεων, διότι Ιταλία, Τουρκία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλοι δρώντες μπορούν μέσω αυτής να προβάλλουν επιρροή στα δυτικά Βαλκάνια (Skendi, 1967· Fischer and Schmitt, 2022).

Η στρατηγική αξία της Αλβανίας δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση μόνο τη γεωγραφία. Εξαρτάται κυρίως από την αλληλεπίδραση μεταξύ των μικρότερων και των μεγαλύτερων παραγόντων στο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Το αλβανικό ζήτημα έχει Θουκυδίδεια φύση, διότι δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε με απλή νομική γλώσσα ούτε με απλή εθνική αφήγηση. Εδώ συγκρούονται ο Φόβος, η Τιμή και το Συμφέρον πολλών δρώντων. Στην αλβανική γεωπολιτική, ο Φόβος προκύπτει από τη διάσπαση του εθνικού χώρου, από την έκθεση αλβανικών πληθυσμών στις πολιτικές γειτονικών κρατών και από τη μνήμη περιόδων κατά τις οποίες άλλοι αποφάσιζαν για αυτούς. Η Τιμή εκφράζεται στην επιθυμία αναγνωρίσεως των Αλβανών όχι ως περιφερειακού λαού υπό ξένη κηδεμονία, αλλά ως έθνους με αυτοτελή ιστορική αξίωση στα Βαλκάνια. Το Συμφέρον επιβάλλει δυτικό προσανατολισμό, οικονομική ανάπτυξη, θεσμική σταθερότητα και αξιοποίηση των εξωτερικών προστατών χωρίς πλήρη εξάρτηση από κανέναν.
Όταν αυτά τα τρία ισορροπούν, η Αλβανία δρα συνετά. Όταν κάποιο υπερισχύει των άλλων, γεννάται ο κίνδυνος λανθασμένης εκτιμήσεως.
Στη γεωπολιτική, τα κράτη δεν ενεργούν πάντοτε σύμφωνα με το αντικειμενικό τους συμφέρον, αλλά σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίο το αντιλαμβάνονται μέσα από τον Φόβο, την Τιμή, την ιστορική μνήμη και την προσδοκία εξωτερικής προστασίας. Η απόσταση μεταξύ πραγματικού και αντιληπτού συμφέροντος αποτελεί μία από τις κυριότερες πηγές λανθασμένων στρατηγικών εκτιμήσεων.
Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για την Αλβανία. Το πραγματικό κρατικό της συμφέρον είναι η σταθερότητα, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός, το ΝΑΤΟ, η ισχυροποίηση των θεσμών, η οικονομική ανάπτυξη και η αποφυγή ανοικτής αναθεωρήσεως συνόρων. Το αντιληπτό εθνικό της συμφέρον επηρεάζεται πολύ από τον εθνικό πόθο και την Τιμή, είναι επομένως ευρύτερο: η προστασία και σύνδεση όλων των Αλβανών, ακόμη και όταν αυτοί βρίσκονται εκτός των συνόρων του κράτους. Η αλβανική πολιτική κινείται διαρκώς ανάμεσα σε αυτά τα δύο επίπεδα. Όταν η κρατική λογική υπερισχύει, η Αλβανία γίνεται χρήσιμος και σταθεροποιητικός δυτικός εταίρος. Όταν η εθνική φαντασία αποσπάται από την πραγματική ισχύ, το αλβανικό ζήτημα μπορεί να επιστρέψει ως κλασικό βαλκανικό πρόβλημα συνόρων, μειονοτήτων και προστατίδων δυνάμεων.
Η αλβανική ιδιαιτερότης δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή χωρίς την κατανόηση του οθωμανικού παρελθόντος της. Οι Αλβανοί, όπως και οι Βόσνιοι, διαφοροποιήθηκαν από τους περισσότερους άλλους βαλκανικούς λαούς διότι μεγάλο μέρος τους εξισλαμίσθηκε κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνεύεται ηθικολογικά, με όρους ισχυρότερης ή ασθενέστερης πίστεως. Πρέπει να ερμηνεύεται κοινωνιολογικά και πολιτικά.
Κατά την προοθωμανική εποχή, στον χώρο της σημερινής Αλβανίας επικρατούσε, σε γενικές γραμμές, μία θρησκευτική διαίρεση ανάμεσα σε περιοχές ισχυρότερης καθολικής επιρροής στον βορρά και ορθόδοξης επιρροής στον νότο. Η διάκριση αυτή δεν ήταν απόλυτη, ούτε μπορεί να επεκταθεί αυτούσια στο Κοσσυφοπέδιο, όπου κατά τον ύστερο Μεσαίωνα υπερίσχυε η Ορθοδοξία λόγω της σερβικής κρατικής και εκκλησιαστικής παρουσίας. Δεν υπήρχε ενιαία αλβανική εθνική Εκκλησία που να λειτουργεί ως φορέας πολιτικής ταυτότητος, όπως συνέβη σε μεγάλο βαθμό με άλλους βαλκανικούς λαούς, στους οποίους, κατά την προνεωτερική εποχή, η θρησκευτική ομολογία αποτελούσε το κύριο προσδιοριστικό στοιχείο της συλλογικής ταυτότητος. Η αλβανική γλώσσα δεν είχε ακόμη κοινή λόγια μορφή, ενώ η κοινωνία ήταν κατακερματισμένη σε τοπικές και συγγενικές δομές. Η απουσία ενιαίου εκκλησιαστικού και πολιτικού φορέως ενισχυόταν από την τοπική και συγγενική οργάνωση της κοινωνίας. Στη βόρειο Αλβανία ιδιαίτερη σημασία είχαν τα fis, δηλαδή ευρύτερα πατρογραμμικά γένη τα οποία ανάγονταν σε κοινό γενάρχη, ενώ στη νότιο χρησιμοποιείτο συχνότερα ο συγγενής όρος farë για ομάδες κοινής καταγωγής, χωρίς οι δύο όροι να δηλώνουν πάντοτε το ίδιο μέγεθος ή την ίδια πολιτική λειτουργία. Οι συγγενικές αυτές δομές δεν πρέπει να συγχέονται με την ευρύτερη γλωσσική και πολιτισμική διαίρεση μεταξύ Γκέκηδων και Τόσκηδων: οι πρώτοι κατοικούσαν κυρίως βορείως του ποταμού Shkumbin και οι δεύτεροι νοτίως αυτού. Αξιοσημείωτη είναι και η μεταβολή του εθνικού αυτοπροσδιορισμού. Οι σημερινοί Αλβανοί αυτοαποκαλούνται Shqiptarë, όνομα που τους συνδέει με την κοινή αλβανική γλώσσα, ενώ οι διεθνείς όροι «Αλβανός» και «Αλβανία» διατηρούν το παλαιότερο εθνωνύμιο Arbër/Arbën. Η σταδιακή επικράτηση ενός γλωσσικώς θεμελιωμένου αυτοπροσδιορισμού κατά την οθωμανική περίοδο διευκόλυνε την υπέρβαση της διαιρέσεως μεταξύ μουσουλμάνων, καθολικών και ορθοδόξων και προσέφερε κοινό υπόβαθρο στη μεταγενέστερη εθνική συνείδηση. Στο εθνοτικά και θεσμικά χαλαρό αυτό πλαίσιο, η ένταξη στο Ισλάμ προσέφερε φορολογικά, διοικητικά, στρατιωτικά και κοινωνικά πλεονεκτήματα, ιδίως σε οικογένειες και τοπικές ελίτ που επιζητούσαν πρόσβαση στην οθωμανική τάξη (Fischer and Schmitt, 2022).
Συγκριτικά, στη Βοσνία η διαδικασία είχε διαφορετικές ιστορικές προϋποθέσεις, αλλά ανάλογη κοινωνική λογική. Η ιδιαίτερη μεσαιωνική θρησκευτική ιστορία, η αδυναμία συμπαγών και αποκλειστικών εκκλησιαστικών δομών, η θέση της τοπικής αριστοκρατίας και η δυνατότητα διατηρήσεως ή αναβαθμίσεως της κοινωνικής ισχύος μέσα στο οθωμανικό πλαίσιο ευνόησαν τον εξισλαμισμό. Η μεταγενέστερη εξέλιξη, όμως, διέφερε ουσιωδώς από την αλβανική. Οι μουσουλμάνοι της Βοσνίας ήταν κατά κύριο λόγο νοτιοσλαβόφωνοι και δεν διέθεταν χωριστή γλώσσα που να τους διακρίνει ευκρινώς από τους Σέρβους και τους Κροάτες. Η θρησκευτική διαφορά έγινε, επομένως, το κυριότερο όριο της συλλογικής τους ταυτότητος. Στη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία, μάλιστα, το «Μουσουλμάνος» αναγνωρίσθηκε επισήμως ως εθνική κατηγορία και όχι μόνο ως θρησκευτικός προσδιορισμός· μετά τη δεκαετία του 1990 επικράτησε το εθνωνύμιο «Βόσνιος» ή Bošnjak. Η περίπτωση αυτή δεν αποδεικνύει ότι οι Βόσνιοι ήταν απλώς Σέρβοι ή Κροάτες που άλλαξαν θρήσκευμα. Δείχνει ότι, όταν η γλώσσα και η καταγωγική συγγένεια δεν αρκούν για να χαράξουν σαφές όριο, η θρησκεία μπορεί να εξελιχθεί από ομολογία πίστεως σε πυρήνα εθνικής συγκροτήσεως. Στην Αλβανία συνέβη το αντίθετο: επειδή οι Αλβανοί ανήκαν σε τρεις θρησκευτικές ομολογίες, η εθνική ενότητα έπρεπε να στηριχθεί στη γλώσσα και στην κοινή καταγωγική αφήγηση, και όχι στο Ισλάμ (βλ. και “Η δημιουργία της αλβανικής εθνικής συνειδήσεως” κατωτέρω) (Babuna, 2004).
Ο εξισλαμισμός δεν σημαίνει ότι οι Αλβανοί ή οι Βόσνιοι είναι «τουρκικοί» λαοί. Σημαίνει ότι η οθωμανική κληρονομιά ενσωματώθηκε βαθύτερα στην κοινωνική τους δομή από ό,τι στους Έλληνες, στους Σέρβους, στους Βουλγάρους ή στους Ρουμάνους. Για τον λόγο αυτό, η Τουρκία έχει σήμερα ευκολότερη πρόσβαση σε αλβανικούς και βοσνιακούς χώρους από ό,τι σε καθαρά χριστιανικούς βαλκανικούς χώρους. Δεν τους ελέγχει, αλλά διαθέτει γέφυρες μνήμης, θρησκείας, πολιτισμού και προστασίας.
Το Κοσσυφοπέδιο είναι το κρισιμότερο σημείο της αλβανικής γεωπολιτικής. Είναι επίσης το σημείο όπου η Ιστορία, το Δίκαιο και η Ισχύς συγκρούονται με τη μεγαλύτερη ένταση. Από σερβική σκοπιά, το Κοσσυφοπέδιο είναι χώρος κρατικής, εκκλησιαστικής και εθνικής μνήμης. Δεν είναι απλώς μια επαρχία. Ο όρος «Κοσσυφοπέδιο και Μετόχια», συνήθης στη σερβική έκφραση, αποδίδει αυτή τη μνήμη. Το «Μετόχια» προέρχεται από το ελληνικό «μετόχιον», δηλαδή μοναστηριακό παράρτημα, και παραπέμπει στα μοναστηριακά κτήματα της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη δυτική περιοχή του σημερινού Κοσσυφοπεδίου. Άρα η σερβική χρήση του όρου δεν είναι ουδέτερα γεωγραφική· εμπεριέχει εκκλησιαστική και ιστορική αξίωση.
Πράγματι, το Κοσσυφοπέδιο υπήρξε κατά τον μεσαίωνα χώρος ισχυρής σερβικής κρατικής και εκκλησιαστικής παρουσίας. Κατά τους επόμενους αιώνες, η πληθυσμιακή του σύνθεση μεταβλήθηκε βαθμιαία. Η Αυτοκρατορία μετέφερε κατά περιόδους πληθυσμούς, παραχωρούσε γαίες, επιβράβευε στρατιωτικές υπηρεσίες και χρησιμοποιούσε τοπικούς μουσουλμάνους προκρίτους για τη φύλαξη ασταθών μεθορίων. Παράλληλα, οι πόλεμοι μεταξύ Αψβούργων και Οθωμανών προκάλεσαν φυγές, επιστροφές και ανακατανομές πληθυσμών· ο εξισλαμισμός ευνόησε την κοινωνική άνοδο μουσουλμανικών αλβανικών οικογενειών· αλβανικές ποιμενικές και πολεμικές ομάδες μετακινήθηκαν προς τις πεδιάδες· και οι σερβικές ορθόδοξες κοινότητες αποδυναμώθηκαν κατά τόπους από πολέμους, φορολογικές πιέσεις και μετανάστευση. Δεν προκύπτει μία μοναδική αιτία ούτε μία ενιαία στιγμή ανατροπής. Η αλβανική δημογραφική υπεροχή διαμορφώθηκε μέσα από διαδοχικές μεταβολές ενός μικτού και βιαίως ασταθούς μεθοριακού χώρου.
Ιδιαίτερη θέση σε αυτή τη διαδικασία κατέχει η λεγόμενη «Μεγάλη Μετανάστευση» των Σέρβων το 1690. Μετά την υποχώρηση των Αψβούργων, τους οποίους είχαν υποστηρίξει πολλοί ορθόδοξοι υπήκοοι της Αυτοκρατορίας, ο Πατριάρχης Αρσένιος Γ΄ οδήγησε προς βορρά κληρικούς, προκρίτους και πλήθος οικογενειών, φοβούμενος οθωμανικά αντίποινα. Η έκταση της μετακινήσεως και ο ακριβής αριθμός των μεταναστών παραμένουν αντικείμενο ιστοριογραφικής διαφωνίας· η σερβική εθνική μνήμη τείνει να τη θεωρεί καθοριστική τομή, ενώ νεώτερες προσεγγίσεις την εντάσσουν σε μεγαλύτερη ακολουθία πολέμων και μετακινήσεων. Το ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι, κατά την οθωμανική περίοδο, η πληθυσμιακή ισορροπία του Κοσσυφοπεδίου μεταβλήθηκε βαθμιαία και όχι με μία μοναδική σκόπιμη πράξη. Έτσι διαμορφώθηκε μία ανταγωνιστική διπλή αξίωση: οι Σέρβοι επικαλούνται την ιστορική και εκκλησιαστική συνέχεια· οι Αλβανοί, τη νεώτερη δημογραφική υπεροχή, την οποία μετέτρεψαν σταδιακώς σε πολιτικό αίτημα αυτοκυβερνήσεως και αυτοδιαθέσεως (Malcolm, 2020).
Αλβανόφωνοι πληθυσμοί και τοπικές ομάδες, τις οποίες οι πηγές συνδέουν με το αλβανικό όνομα, μαρτυρούνται ήδη κατά τον μεσαίωνα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι υπήρχε τότε σύγχρονο αλβανικό έθνος με πολιτική έκφραση, ούτε συγκροτημένη αντίληψη ενιαίου πολιτικού έθνους με τη νεώτερη έννοια. Η σύγχρονη αλβανική εθνική συνείδηση, εκφραζομένη ως αξίωση πολιτικής ενότητος και αυτοκυβερνήσεως, συγκροτήθηκε κυρίως κατά τον 19ο αιώνα. Η Rilindja Kombëtare, η Αλβανική Εθνική Αναγέννηση, κατόρθωσε να συνενώσει σε επαρκή βαθμό έναν γλωσσικά, κοινωνικά και τοπικά διάσπαρτο πληθυσμό, προάγοντας την τυποποίηση της γλώσσας, συγκροτώντας κοινή ιστορική αφήγηση και πολιτικά σύμβολα, και αναπτύσσοντας δίκτυα λογίων, σχολείων και εντύπων.
Το ιδιαίτερο της αλβανικής εθνικής συνειδήσεως είναι ότι έπρεπε να υπερβεί τη θρησκευτική διαίρεση. Οι προνεωτερικοί Αλβανοί ήταν καθολικοί και ορθόδοξοι, και σταδιακώς έγιναν μουσουλμάνοι. Σε μία πολυεθνική αυτοκρατορία, όπου η θρησκευτική ομολογία αποτελούσε συχνά ισχυρότερο στοιχείο συλλογικής ταυτότητος από τη γλώσσα, οι μονοθεϊστικές και οικουμενικές (κοσμοπολιτικές) θρησκείες μπορούσαν να εκτοπίσουν τους φυσικούς εθνισμούς και να δημιουργήσουν οιονεί εθνισμούς, οργανωμένους γύρω από τον κύκλο των ομοδόξων. Η εσωτερική μετανάστευση, η αστυφιλία και η διοίκηση μέσω θρησκευτικών κοινοτήτων, όπως γινόταν στην οθωμανική αυτοκρατορία με το σύστημα των Μιλλετίων, ενίσχυαν αυτή την τάση. Αν η θρησκεία γινόταν το κύριο θεμέλιο της αλβανικής ταυτότητος, το υπό διαμόρφωση έθνος θα διαλυόταν ανάμεσα στον οθωμανισμό, στα καθολικά δίκτυα, στην ελληνική ορθόδοξη επιρροή και στις σλαβικές πιέσεις. Γι’ αυτό οι Αλβανοί εθνικιστές θεμελίωσαν την ενότητα στη γλώσσα, στην κοινή καταγωγή και στην ιδέα ότι «η θρησκεία των Αλβανών είναι ο αλβανισμός». Η φράση αυτή δεν ήταν απλή ρητορική· αποτελούσε συνειδητή ανατροπή της αυτοκρατορικής λογικής των Μιλλετίων, και υπαγωγή των επιμέρους θρησκειών στην άλλως πως οριζόμενη εθνική ταυτότητα (Skendi, 1967· Babuna, 2000).
Η μετάβαση από αυτή την πολιτισμική ζύμωση στην οργανωμένη πολιτική δράση έγινε μέσα από τα δίκτυα λογίων, εμπόρων, κληρικών και διασπορικών κοινοτήτων στην Κωνσταντινούπολη, στην Ιταλία, στη Ρουμανία και στις βαλκανικές πόλεις. Η κοινή γλώσσα υπήρξε το ισχυρότερο αντικειμενικό συνδετικό υλικό· η ιδέα κοινής καταγωγής, όμως, δεν αναδύθηκε αυτομάτως. Κωδικοποιήθηκε και διαδόθηκε από λογίους όπως ο Naum Veqilharxhi, ο Jeronim de Rada, ο Pashko Vasa και οι αδελφοί Frashëri, οι οποίοι συνέδεσαν τη γλώσσα με ιστορικές αναφορές στους Ιλλυριούς, στον Σκεντέρμπεη (ή Γεώργιο Καστριώτη) και σε μία κοινή προοθωμανική πατρίδα. Η Ανατολική Κρίση του 1875–1878 και οι αποφάσεις του Συνεδρίου του Βερολίνου μετέτρεψαν αυτή την πολιτισμική κατασκευή σε επείγον πολιτικό αίτημα. Τότε ιδρύθηκε η Λίγκα του Πρίζρεν, η οποία επεδίωξε αφ’ ενός να εμποδίσει τη διανομή αλβανοφώνων περιοχών σε γειτονικά χριστιανικά κράτη, αφ’ ετέρου να συνενώσει τις αντίστοιχες οθωμανικές διοικητικές περιφέρειες. Ο αλβανικός εθνικισμός, επομένως, δεν γεννήθηκε αρχικά ως καθαρά αντιοθωμανικός. Γεννήθηκε σε μεγάλο βαθμό ως αμυντικός εθνικισμός απέναντι στον κίνδυνο διαμελισμού. Οι Αλβανοί φοβήθηκαν ότι η υποχώρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα σήμαινε όχι ελευθερία, αλλά κατανομή τους μεταξύ Σερβίας, Μαυροβουνίου, Ελλάδος και Βουλγαρίας. Αυτή η διπλή φοβία—φόβος οθωμανικής κεντρικοποιήσεως και φόβος διαμελισμού από γειτονικά κράτη—εξηγεί την αμφίσημη σχέση τους με την Αυτοκρατορία (Skendi, 1967· Fischer and Schmitt, 2022).
Οι αλβανικές εξεγέρσεις του 1910–1912 στράφηκαν κατά της νεοτουρκικής κεντρικοποιήσεως. Οι Αλβανοί αντιδρούσαν στη φορολογία, στη στρατολόγηση, στον αφοπλισμό, στη διοικητική ομογενοποίηση και στην απώλεια τοπικών προνομίων. Δεν ήταν απλώς οθωμανόφιλοι, ήταν αντινεότουρκοι, αλλά ταυτόχρονα φοβισμένοι απέναντι στον Βαλκανικό Συνασπισμό, διότι οι βαλκανικοί σύμμαχοι δεν θα αγωνίζονταν για την αλβανική αυτονομία· θα αγωνίζονταν για την επέκταση των δικών τους κρατών.
Εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές αλβανικές αδυναμίες. Το 1912 υπήρχε εθνική δυναμική, αλλά όχι κράτος, ενιαίος στρατός, ενιαίο επιτελείο, ενιαία διπλωματική γραμμή ή θέση στο σύστημα των βαλκανικών συμμαχιών. Ένας συγκροτημένος στρατηγικός δρων θα μπορούσε ίσως να αξιοποιήσει το αντι-οθωμανικό κύμα για να κατοχυρώσει εδάφη. Οι Αλβανοί δεν μπορούσαν. Είχαν μεν το βίωμα του έθνους, αλλά όχι τα στρατιωτικά, διοικητικά και διπλωματικά εργαλεία που διαθέτει ένα κράτος.
Η ανεξαρτησία της Αλβανίας το 1912 κηρύχθηκε από τους Αλβανούς στην Αυλώνα, αλλά έγινε διεθνής πραγματικότητα επειδή εξυπηρετούσε την ισορροπία ισχύος της εποχής. Η Αυστροουγγαρία δεν ήθελε μία ενισχυμένη Σερβία να αποκτήσει έξοδο στην Αδριατική, διότι αυτό θα αύξανε το βάρος της Ρωσσίας στη βαλκανική ενδοχώρα, θα διευκόλυνε τη σερβική οικονομική και στρατιωτική αυτονόμηση και θα ενίσχυε τον νοτιοσλαβικό εθνισμό μέσα στην ίδια την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Η Ιταλία, από την πλευρά της, δεν ήθελε ούτε σερβική ούτε αυστροουγγρική κυριαρχία στην απέναντι ακτή του Οτράντο. Η ανεξάρτητη Αλβανία απέκλειε τη Σερβία από τη θάλασσα, περιόριζε την ελληνική επέκταση στη Βόρειο Ήπειρο και απέτρεπε την αποκλειστική κατοχή της αλβανικής ακτής από οποιαδήποτε ανταγωνίστρια δύναμη. Έτσι δημιουργήθηκε ως κράτος-φράγμα (Skendi, 1967· Fischer and Schmitt, 2022).
Αυτή η γένεση ήταν ταυτόχρονα σωτηρία και τραύμα. Η διεθνής τάξη δημιούργησε την Αλβανία ως κράτος, αλλά την άφησε ημιτελή ως έθνος. Μεγάλοι αλβανικοί πληθυσμοί έμειναν αλύτρωτοι, έξω από τα σύνορά της. Από τότε, το αλβανικό κράτος και ο αλβανικός εθνικός χώρος δεν συμπίπτουν. Αυτό είναι η βαθύτερη πηγή της γεωπολιτικής εντάσεως που περιβάλλει την αλβανική εξωτερική πολιτική.
Η Βόρειος Ήπειρος υπήρξε το σημείο όπου η ελληνική και η αλβανική θέση συγκρούσθηκαν από την πρώτη στιγμή. Η Ελλάς έβλεπε το νότιο τμήμα της αλβανικής επικρατείας ως το βόρειο άκρο της Ηπείρου, επικαλούμενη την ορθόδοξη εκκλησιαστική παρουσία, την ελληνική παιδεία, την ιστορική συνέχεια και την ασφάλεια των βορειοδυτικών συνόρων της. Το νεοπαγές αλβανικό κράτος, του οποίου τα σύνορα είχαν καθορισθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις, διεκδικούσε την ίδια περιοχή στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ρυθμίσεως ισχύος: η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία επιδίωκαν να δημιουργήσουν ένα αλβανικό κράτος αρκετά εκτεταμένο ώστε να αποκλείει τη Σερβία από την Αδριατική και να περιορίζει την ελληνική επέκταση προς βορρά (Fischer and Schmitt, 2022· Duka, 2013).
Το Πρωτόκολλο της Κερκύρας του 1914 ήταν συμβιβασμός αυτής της αντιφάσεως. Δεν απέδιδε τη Βόρειο Ήπειρο στην Ελλάδα. Αναγνώριζε καθεστώς εκτεταμένης τοπικής αυτοδιοικήσεως στις νοτίες επαρχίες, υπό αλβανική κυριαρχία. Έτσι κατεύναζε την ελληνική και βορειοηπειρωτική πλευρά με μειονοτικές και αυτοδιοικητικές εγγυήσεις, αλλά διατηρούσε την Αλβανία ως κράτος. Η μη εφαρμογή του οφείλεται στο χάος της αλβανικής ασταθείας και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά το ίδιο το Πρωτόκολλο δείχνει το βασικό πρόβλημα: η εθνική λογική της Ελλάδας συγκρούσθηκε με τη στρατηγική ανάγκη των ισχυρών δρώντων για διατήρηση της Αλβανίας (Duka, 2013· United States Department of State, 1914).

Η ελληνική παρουσία στη Βόρειο Ήπειρο: με πράσινο χρώμα οι περιοχές όπου κατοικούν σήμερα Έλληνες.
Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ελληνική προέλαση του 1940–1941 στη Βόρειο Ήπειρο υπήρξε στρατιωτική επιτυχία, αλλά δεν μπορούσε να μετατραπεί σε μόνιμη πολιτική λύση, διότι μεσολάβησε η γερμανική εισβολή και η κατάρρευση του μετώπου. Μετά τον πόλεμο, η Ελλάς δεν πήρε τη Βόρειο Ήπειρο διότι η μεταπολεμική τάξη δεν ήθελε νέα βαλκανική αναθεώρηση συνόρων. Η Αλβανία ήταν πλέον κομμουνιστικό κράτος, η Ελλάδα βρισκόταν σε εμφύλια κρίση, η Σοβιετική Ένωση δεν θα δεχόταν απώλεια εδάφους τής προστατευομένης από αυτήν κομμουνιστικής Αλβανίας, και οι ΗΠΑ με τη Βρετανία προτίμησαν τη σταθεροποίηση από τη διεύρυνση των ελληνικών αξιώσεων. Η απόδοση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα ικανοποίησε μία άλλη, αυτοτελή ελληνική εδαφική αξίωση, χωρίς να μεταβάλει την αρνητική στάση των νικητριών δυνάμεων απέναντι σε αναθεώρηση των ελληνοαλβανικών συνόρων (United States Department of State, 1946· Fischer and Schmitt, 2022).
Έτσι, η Βόρειος Ήπειρος είναι το σημείο όπου το ελληνικό εθνομειονοτικό επιχείρημα επανειλημμένα συγκρούσθηκε με την ανάγκη των ισχυρών να διατηρήσουν την Αλβανία ως κράτος. Από Θουκυδίδεια σκοπιά, το δίκαιο της ελληνικής μνήμης δεν εξαφανίσθηκε· απλώς δεν είχε επαρκή ισχύ για να γίνει διεθνής πραγματικότης.
Η Ιταλία υπήρξε η ισχυρή δυτική δύναμη που είδε την Αλβανία όχι ως απλό γειτονικό κράτος, αλλά ως εγγύς απέναντι ακτή. Η γεωγραφία του πορθμού του Οτράντο δίνει την ευκαιρία στην Ιταλία να ελέγχει το στενό, υπό την προϋπόθεση ότι ελέγχει την αλβανική ακτή. Επομένως, η Αλβανία καθίσταται δυνητικώς ζήτημα ιταλικής ασφαλείας. Για τη Ρώμη, μία εχθρική δύναμη στην αλβανική ακτή θα μπορούσε να καταστήσει επισφαλή τον ιταλικό έλεγχο της εισόδου της Αδριατικής. Γι’ αυτό η Ιταλία στήριξε την αλβανική ανεξαρτησία το 1912–1913, όχι από φιλοαλβανικό ιδεαλισμό, αλλά επειδή δεν ήθελε σερβική ή ελληνική επέκταση στην απέναντι ακτή (Fischer and Schmitt, 2022· Tase, 2012)
Η γεωγραφική αυτή αναγκαιότητα αποτέλεσε τη βάση, αλλά όχι το σύνολο, της ελληνοϊταλικής αντιπαλότητος στην Αλβανία. Η Ελλάς, αντιθέτως, ενδιαφερόταν για την ασφάλεια της Ηπείρου, την ελληνική παρουσία στη Βόρειο Ήπειρο, τις θαλάσσιες προσβάσεις του Ιονίου και την αποτροπή περικυκλώσεως από ιταλικές βάσεις σε Αλβανία και Δωδεκάνησα. Στην αντιπαλότητα προστέθηκαν η ευρύτερη ιταλική φιλοδοξία κυριαρχίας στην Αδριατική και στην Ανατολική Μεσόγειο, η διεκδίκηση επιρροής επί του νεοσυστάτου αλβανικού κράτους και, κατά τον Μεσοπόλεμο, η χρήση της Αλβανίας ως εφαλτηρίου πιέσεως κατά της Ελλάδος. Η Ελλάς έβλεπε την Αλβανία από τον νότο προς τον βορρά, μέσα από την Ήπειρο, τη μειονότητα και την ορθόδοξη παρουσία. Η Ιταλία την έβλεπε από τη θάλασσα προς την ενδοχώρα, μέσα από την Αδριατική, την Αυλώνα και το Οτράντο. Έτσι, ακόμη και όταν οι δύο χώρες δεν ήταν ανοικτοί εχθροί, οι στρατηγικές τους οπτικές μπορούσαν να συγκρούονται (Fischer and Schmitt, 2022).
Στον Μεσοπόλεμο η Ιταλία πέρασε από την προστασία της αλβανικής κρατικότητος στην εξάρτησή της και τελικώς στην κατάργησή της με την εισβολή του 1939. Η φασιστική Ιταλία χρησιμοποίησε την Αλβανία ως προγεφύρωμα εναντίον της Ελλάδος το 1940 και ενέταξε αλβανικούς σχηματισμούς στις δυνάμεις εισβολής. Αλβανικά τάγματα, οργανωμένα υπό ιταλική διοίκηση και ενταγμένα μεταξύ άλλων στις Μελανοχιτωνικές Λεγεώνες, συμμετείχαν στις πρώτες επιχειρήσεις προς το Καλπάκι και σε άλλα σημεία του μετώπου· η απόδοσή τους υπήρξε περιορισμένη και ορισμένοι σχηματισμοί αποδιοργανώθηκαν ή διαλύθηκαν. Επομένως, δεν είναι ακριβές να παρουσιασθεί η Αλβανία ως άμοιρη συμμετοχής στην εισβολή. Η κυρίαρχη απόφαση, ο σχεδιασμός και η διοίκηση της επιθέσεως ήταν ιταλικά, αλλά η ιταλική κατοχή είχε επιτύχει να επιστρατεύσει και τμήμα του αλβανικού ανθρωπίνου δυναμικού. Για την Ελλάδα, αυτό δημιούργησε μία διαρκή γεωπολιτική μνήμη: η Αλβανία γίνεται απειλητική όταν μετατρέπεται σε πλατφόρμα τρίτης δυνάμεως (Fischer and Schmitt, 2022· Tase, 2012).
Σήμερα η Ιταλία δεν επιδιώκει εδαφικό έλεγχο, αλλά να διατηρεί την Αλβανία στενά συνδεδεμένη με τον ιταλικό και ευρωπαϊκό οικονομικό, πολιτικό και αμυντικό χώρο. Η γεωγραφική εγγύτητα, η μετανάστευση, η ενέργεια, η ναυτική συνεργασία, το εμπόριο, οι επενδύσεις και η ευρωπαϊκή πορεία συνθέτουν μία σχέση πυκνής αδριατικής διασυνδέσεως. Η Ιταλία είναι χρήσιμη για την Ελλάδα όσο κρατά την Αλβανία εντός δυτικού πλαισίου και λειτουργεί ως αντίβαρο στην Τουρκία. Δεν είναι, όμως, εγγυητής των ελληνικών συμφερόντων. Η Ρώμη θα ιεραρχεί την ασφάλεια του Οτράντο, τη μετανάστευση, τις επενδύσεις και τη δική της επιρροή υψηλότερα από τη Χειμάρρα και τις άλλες μειονοτικές περιοχές, τις ελληνικές ιδιοκτησίες ή την ελληνοαλβανική οριοθέτηση. Η σύμπτωση συμφερόντων με την Ελλάδα είναι επομένως επιλεκτική, όχι δεδομένη.
Η κομμουνιστική περίοδος υπό τον Enver Hoxha μετέτρεψε την Αλβανία σε έναν από τους περισσότερο απομονωμένους χώρους της Ευρώπης. Η χώρα πέρασε διαδοχικώς από στενές σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία, τη Σοβιετική Ένωση και την Κίνα και κατέληξε σε ακραία στερητική αυτάρκεια και παράνοια ασφαλείας. Η Αλβανία περιθωριοποιήθηκε σχεδόν πλήρως από τους δυτικούς γεωπολιτικούς σχεδιασμούς, όχι επειδή απώλεσε τις ιδιότητες που απορρέουν από τη γεωγραφία της, αλλά επειδή το καθεστώς την απομόνωσε από τα δίκτυα ισχύος, ενώ οι μεγάλες δυνάμεις δεν ήταν διατεθειμένες να συγκρουσθούν για αυτήν μέσα στο περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου (Fischer and Schmitt, 2022).
Μετά το 1991, η κατάρρευση του κομμουνισμού αποκάλυψε μία κοινωνία φτωχή, θεσμικά αδύναμη και εκρηκτική. Η μετανάστευση προς Ελλάδα και Ιταλία υπήρξε μαζική. Η Ελλάς απέκτησε τεράστια κοινωνική και οικονομική σημασία για την Αλβανία λόγω της παρουσίας εκατοντάδων χιλιάδων Αλβανών μεταναστών, οι οποίοι εργάσθηκαν και πρόκοψαν, αλλά δεν κατόρθωσε να μετατρέψει αυτή τη σχέση σε σταθερό στρατηγικό κεφάλαιο. Η Ιταλία λειτούργησε ως άλλη πύλη προς τη Δύση και συχνά έγινε ευκολότερα αποδεκτή από τους Αλβανούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εισβολή του 1939 είχε φιλικό χαρακτήρα ή ότι απουσίαζε η μνήμη της κατοχής. Η διαφορά είναι ότι το μεταπολεμικό κομμουνιστικό καθεστώς περιόρισε την αυτόνομη δημόσια επεξεργασία της μνήμης, ενώ μετά το 1991 η ιταλική τηλεόραση, η αγορά εργασίας, η γεωγραφική εγγύτητα και η εικόνα της Ιταλίας ως πύλης ευημερίας απέκτησαν μεγαλύτερη πρακτική βαρύτητα από το ιστορικό τραύμα. Επιπλέον, η Ιταλία δεν είχε μετά τον πόλεμο ενεργή εδαφική ή μειονοτική διαφορά με την Αλβανία, σε αντίθεση προς την Ελλάδα. Η ασυμμετρία της μνήμης οφείλεται επομένως όχι σε φιλικότητα της εισβολής, αλλά στη διαφορετική μεταπολεμική πολιτική χρήση του παρελθόντος (Fischer, 2010· Ballinger, 2018· Fischer and Schmitt, 2022).
Η κρίση του 1997 προκλήθηκε από την κατάρρευση εκτεταμένων χρηματοπιστωτικών πυραμίδων, στις οποίες είχε τοποθετήσει τις οικονομίες του μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Η απώλεια αποταμιεύσεων μετατράπηκε σε εξέγερση κατά της κυβερνήσεως, λεηλασία στρατιωτικών αποθηκών, διάλυση αστυνομικών και διοικητικών δομών, εξάπλωση ενόπλων ομάδων και προσωρινή απώλεια του κρατικού ελέγχου σε μεγάλο μέρος της χώρας. Η διεθνής επέμβαση υπό ιταλική ηγεσία και η πολιτική μετάβαση απέτρεψαν την πλήρη κατάρρευση (United Nations Security Council, 1997). Η κρίση έδειξε πόσο ρηχή ήταν η κρατική εξουσία, και πόσο εύκολα μία οικονομική απάτη μπορούσε να μεταβληθεί σε κρίση κυριαρχίας. Από τότε, η αλβανική στρατηγική επεδίωξε με συνέπεια δυτική πρόσδεση: ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΗΠΑ, Ιταλία, και παράλληλα αξιοποίηση της Τουρκίας ως συμπληρωματικού προστάτη. Η σημερινή υπερβάλλουσα αυτοπεποίθηση των Τιράνων δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς αυτή τη μετακομμουνιστική μετάβαση από την απόλυτη απομόνωση και την παρ’ ολίγον κρατική διάλυση στη χρησιμότητα της Αλβανίας για πολλούς ισχυρούς (Jarvis, 1999· Jarvis, 2000· Fischer and Schmitt, 2022).
Η Αλβανία δεν συνιστά για την Ελλάδα πρωτίστως άμεση στρατιωτική απειλή. Αποτελεί πεδίο θεσμικής δεσμεύσεως και ανταγωνισμού επιρροής. Τα κρίσιμα ζητήματα είναι το σύνολο της ελληνικής μειονότητας και των ιστορικών κοινοτήτων στη Βόρειο Ήπειρο—στη Δρόπολη, στο Αργυρόκαστρο, στους Αγίους Σαράντα, στη Χειμάρρα και σε άλλες περιοχές—οι απειλούμενες ιδιοκτησίες, η δικαστική ασφάλεια, η τοπική αυτοδιοίκηση, η παιδεία, η απογραφή και ο αυτοπροσδιορισμός, οι θαλάσσιες ζώνες και η τουρκική επιρροή. Η Χειμάρρα απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή όχι επειδή εξαντλεί το μειονοτικό ζήτημα, αλλά επειδή συμπυκνώνει σε έναν χώρο την ταυτότητα, την τοπική εξουσία, την τουριστική αξία και την πίεση επί των ιδιοκτησιών (European Commission, 2021).
Η ελληνική παρουσία στη Βόρειο Ήπειρο δεν ανάγεται μόνο στη βυζαντινή και στην οθωμανική περίοδο. Κατά την αρχαιότητα, μεγάλο μέρος της σημερινής νοτίου Αλβανίας ανήκε στον ευρύτερο χώρο της Ηπείρου και κατοικείτο κυρίως από ηπειρωτικές ομάδες, ιδίως τους Χάονες, ενώ νοτιότερα βρίσκονταν οι Μολοσσοί και οι Θεσπρωτοί. Η ελληνική γλώσσα των επιγραφών, οι πολιτικοί θεσμοί, οι θρησκευτικές λατρείες και η σταδιακή ένταξη των περιοχών αυτών στο Κοινόν των Ηπειρωτών τεκμηριώνουν τη βαθιά συμμετοχή τους στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμικό κόσμο. Η αρχαία αυτή παρουσία καταδεικνύει ότι η ελληνική πολιτισμική και γλωσσική σχέση με τον χώρο είναι κατά πολλούς αιώνες προγενέστερη των πρώτων ασφαλών ιστορικών μαρτυριών για την παρουσία αλβανόφωνων πληθυσμών στην περιοχή, πολλώ δε μάλλον της συγκροτήσεως του σύγχρονου αλβανικού κράτους (Hammond, 1967). Ελληνόφωνες και ορθόδοξες κοινότητες μαρτυρούνται με σαφέστερη συνέχεια κατά τη βυζαντινή και την οθωμανική περίοδο, ιδίως στις περιοχές Αργυροκάστρου, Δρόπολης, Αγίων Σαράντα και Χειμάρρας. Η ακριβής έκταση και ο αριθμός τους υπήρξαν διαχρονικά αντικείμενο ανταγωνιστικών απογραφών και εθνικών ταξινομήσεων· η ιστορικότης της παρουσίας τους, όμως, τεκμηριώνεται επαρκώς (Winnifrith, 2002). Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αριθμητικό. Είναι πολιτικό και θεσμικό. Αν οι περιουσίες της μειονότητος αποδυναμώνονται συστηματικώς, αν η τοπική εκπροσώπηση περιορίζεται και αν η δικαιοσύνη λειτουργεί με διακρίσεις, τότε το ζήτημα δεν είναι απλώς μειονοτικό· καθίσταται ζήτημα κράτους δικαίου (European Commission, 2021).
Η Χειμάρρα θεωρείται το πλέον συμπυκνωμένο σημείο της μειονότητος. Εκεί τέμνονται ελληνική ταυτότης, ιδιοκτησία, τουριστική αξία, τοπική αυτοδιοίκηση και πολιτική εκπροσώπηση. Η Ελλάς δεν πρέπει να την παρουσιάζει μόνο ως ελληνικό εθνικό χώρο. Πρέπει να την παρουσιάζει ως ευρωπαϊκό ζήτημα θεσμικής νομιμότητας. Η ίδια λογική ισχύει για τις ιδιοκτησίες: δεν είναι μόνο περιουσίες ομογενών, αλλά πεδίο όπου δοκιμάζεται η αλβανική διοικητική και δικαστική αξιοπιστία.
Στις θαλάσσιες ζώνες, η Ελλάς πρέπει να επιμείνει σε λύση με βάση το διεθνές δίκαιο της θαλάσσης και να αποτρέψει τη μεταφορά τουρκικών αντιλήψεων στην αλβανική θέση (European Commission, 2021· Hellenic Ministry of Foreign Affairs, 2021). Η Αλβανία μπορεί να φοβάται ότι μία συμφωνία με την Ελλάδα θα εμφανισθεί ως υποχώρηση. Μπορεί επίσης να δέχεται τουρκικές συμβουλές. Η ελληνική στρατηγική πρέπει να είναι ψυχρή, νομικά αυστηρή και θεσμικά συνεχής.
Η ιδέα στρατιωτικής προστασίας της μειονότητας είναι επικίνδυνη και πρέπει να απορρίπτεται. Θα ακύρωνε το ελληνικό θεσμικό πλεονέκτημα, θα συσπείρωνε τον αλβανικό εθνικισμό, θα ενίσχυε την Τουρκία και θα έβαζε την Ελλάδα σε δύσκολη θέση μέσα στο ΝΑΤΟ. Η σωστή ελληνική γραμμή δεν είναι η απειλή, αλλά η δέσμευση σε θεσμούς. Όχι η θεατρική ισχύς, αλλά η ισχύς μέσω θεσμών, φακέλων, ευρωπαϊκών όρων, επενδύσεων, παιδείας, δικτύων και συμμαχιών.
Η σχέση Αλβανίας και Κοσσυφοπεδίου δεν είναι απλή τυπική διακρατική σχέση. Είναι σχέση δύο πολιτικών οντοτήτων που αποτελούν μέρη του ιδίου ευρύτερου εθνικού χώρου. Παρουσιάζει ορισμένες αναλογίες με τη σχέση Ελλάδος–Κύπρου: κοινή γλώσσα, στενή πολιτισμική συγγένεια, βίωμα συμμετοχής στο ίδιο έθνος και δεσπόζουσα θέση του μεγαλύτερου κράτους ως «εθνικού κέντρου». Οι διαφορές, όμως, είναι επίσης ουσιώδεις. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι διεθνώς ανεγνωρισμένο κράτος-μέλος του ΟΗΕ και της ΕΕ και αποτελεί ιδιαίτερη κυπριακή κρατική οντότητα, ενώ το Κοσσυφοπέδιο δεν αναγνωρίζεται από σημαντικό αριθμό κρατών και η κρατική του γένεση παραμένει νομικώς αμφισβητούμενη, καθώς συνδέεται με μονομερή απόσχιση, νατοϊκή επέμβαση χωρίς ρητή προηγούμενη εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας και έξωθεν επιβολή διεθνούς διοικήσεως (International Court of Justice, 2010).

Η «Μεγάλη Αλβανία» είναι μια εδαφική έννοια που εκφράζει τον Αλβανικό αλυτρωτισμό.
Επιπλέον, το αίτημα για ένωση Ελλάδος και Κύπρου ανήκει κυρίως σε ιστορικό πολιτικό πλαίσιο που έχει καταρρεύσει, ενώ η σχέση Αλβανίας–Κοσσυφοπεδίου εξακολουθεί να παράγει λειτουργική ενοποίηση. Αντιθέτως, η προοπτική της «Μεγάλης Αλβανίας» παραμένει ζωντανή στο εθνικό φαντασιακό. Για την Αλβανία, το Κοσσυφοπέδιο είναι το δεύτερο αλβανικό κράτος, ακόμη και αν η τυπική ένωση δεν αποτελεί άμεσο ή ρεαλιστικό στόχο. Για το Κοσσυφοπέδιο, η Αλβανία είναι εθνικό κέντρο, συμβολικός προστάτης και πρακτικός εταίρος.
Η ένωση Αλβανίας–Κοσσυφοπεδίου θα ήταν αποσταθεροποιητική επειδή θα αναιρούσε την επίσημη δυτική θέση ότι το Κοσσυφοπέδιο αποτελεί ιδιαίτερη και μη επαναλήψιμη περίπτωση, θα επιβεβαίωνε τον σερβικό φόβο ότι η ανεξαρτησία υπήρξε ενδιάμεσο στάδιο προς τη «Μεγάλη Αλβανία», και θα ενίσχυε αναλογικές αξιώσεις Σέρβων στη Βοσνία και στο βόρειο Κοσσυφοπέδιο, Αλβανών στη Βόρειο Μακεδονία και άλλων μειονοτήτων στα Βαλκάνια. Θα μετέτρεπε, δηλαδή, ένα ήδη αμφισβητούμενο τετελεσμένο σε ανοικτή αναθεώρηση συνόρων. Η λειτουργική ενοποίηση, όμως, είναι ήδη παρούσα: υποδομές, εμπόριο, εκπαίδευση, πολιτισμός, αμυντική συνεργασία, κοινή μνήμη και διπλωματική στήριξη. Η Δύση δεν επιθυμεί επίσημη «Μεγάλη Αλβανία», αλλά μπορεί να ανεχθεί έναν λειτουργικά συνδεδεμένο αλβανικό χώρο μέσα σε ευρωατλαντικά πλαίσια.
Το Κοσσυφοπέδιο είναι το σημείο όπου η Δύση επέβαλε ένα τετελεσμένο με Θουκυδίδειο τρόπο: η Σερβία είχε το δίκαιο της παλαιάς κυριαρχίας και της ιστορικής συνεχείας. Οι Αλβανοί είχαν τη νεώτερη δημογραφική πλειονότητα, την πολιτική αποξένωση που προκάλεσε η κατάργηση της ευρείας αυτονομίας του 1974 από το καθεστώς Milošević το 1989, τον αποκλεισμό τους από μεγάλο μέρος της διοικήσεως και των δημοσίων θεσμών, και τον φόβο επιστροφής σε μία εξουσία την οποία συνέδεαν πλέον με αστυνομική καταστολή, εκτοπίσεις και ένοπλη σύγκρουση (OSCE/ODIHR, 1999· United Nations Security Council, 1998· NATO, 2024), έστω και αν τα μέτρα αυτά ήταν κατασταλτική απάντηση σε ταραχές που προκαλούσαν οι Αλβανοί. Οι λόγοι αυτοί εξηγούν την αλβανική απόρριψη της σερβικής κυριαρχίας· δεν δημιουργούν αυτομάτως, όμως, υπέρτερο νομικό δικαίωμα αποσχίσεως. Οι Δυτικοί είχαν την ισχύ να αποφασίσουν ποιά αξίωση θα γίνει πραγματικότης. Η αυτοδιάθεση των Αλβανών έγινε δεκτή όχι ως καθολική αρχή, εφαρμόσιμη παντού, αλλά επειδή συνέπεσε με το συμφέρον των ισχυρών διεθνών παραγόντων: αποδυνάμωση της Σερβίας, επαναπροσδιορισμός της χρησιμότητος του ΝΑΤΟ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, επιβεβαίωση της αμερικανικής ηγεμονίας στην Ευρώπη και εγκαθίδρυση γερμανικής και ευρύτερης δυτικής επιτηρήσεως στα δυτικά Βαλκάνια.
Το ΝΑΤΟ ενεπλάκη στο Κοσσυφοπέδιο καθ’ υπέρβασιν της παραδοσιακής αμυντικής αποστολής του. Η Σερβία δεν είχε επιτεθεί σε κράτος-μέλος και το άρθρο 5 δεν ενεργοποιήθηκε. Η Συμμαχία ανέλαβε ρόλο διαχειριστού κρίσεως εκτός της αρχικής συλλογικής αμυντικής λειτουργίας της, επικαλούμενη την ανθρωπιστική κρίση και τον κίνδυνο ευρύτερης περιφερειακής αποσταθεροποιήσεως. Η επέμβαση πραγματοποιήθηκε χωρίς ρητή προηγούμενη εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το ψήφισμα 1244 θεσμοποίησε μεταγενέστερα τη διεθνή παρουσία και ανάπτυξη της KFOR, αλλά δεν αποτέλεσε αρχική άδεια για τους βομβαρδισμούς. Έτσι, το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου παραμένει νομικό τραύμα της διεθνούς τάξεως και, συγχρόνως, πολιτικό τετελεσμένο (NATO, 2026· United Nations Security Council, 1999· Simma, 1999).
Η ΕΕ προσπαθεί να διαχειρισθεί το Κοσσυφοπέδιο ως τεχνικό ζήτημα κανονικοποιήσεως της νομικής ανωμαλίας που δημιουργήθηκε. Αυτή ακριβώς είναι μία από τις αιτίες για τις οποίες χαρακτηρίζεται συχνά «γεωπολιτικός νάνος». Διαθέτει οικονομική και κανονιστική ισχύ, αλλά η γραφειοκρατική της αντίληψη δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την αξίωση δικαίου και το ιστορικό τραύμα πίσω από τη σύγκρουση. Για τη Σερβία, το Κοσσυφοπέδιο είναι βίαιη απόσπαση εθνικού και ιερού χώρου. Για τους Αλβανούς, είναι απελευθέρωση από μια καταπιεστική εξουσία, και μη αναστρέψιμη κρατική γέννηση. Για τη Δύση, είναι τετελεσμένο, οι συνέπειες του οποίου πρέπει να καταστούν διαχειρίσιμες. Οι τρεις αυτές οπτικές δεν μπορούν να συμφιλιωθούν πλήρως όσο κάθε πλευρά θεωρεί ότι η αναγνώριση τής άλλης θα ακυρώσει το δικό της δίκαιο. Η επιβολή μπορεί να συγκρατεί τη σύγκρουση· όμως δεν παράγει από μόνη της συμφιλίωση. Γι’ αυτό η ειρήνη παραμένει περισσότερο αναστολή της συγκρούσεως παρά οριστική επίλυσή της, με συνέπεια να επιβιώνει η παλαιά αντίληψη για την «πυριτιδαποθήκη των Βαλκανίων» .
Η Αλβανία και η Σερβία εκπροσωπούν δύο αντίθετες γεωπολιτικές λογικές. Η ιστορική επιδίωξη της Σερβίας για έξοδο στην Αδριατική υπήρξε ιδιαίτερα έντονη κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, όταν ο σερβικός στρατός έφθασε στην αλβανική ακτή, αλλά αναγκάσθηκε να αποχωρήσει μετά την ίδρυση της Αλβανίας. Η σημερινή Σερβία είναι περίκλειστο κράτος, δεν διατυπώνει όμως επίσημη εδαφική αξίωση για διάδρομο προς τη θάλασσα ούτε παρουσιάζει την Αλβανία, την Κροατία και το Μαυροβούνιο ως συντονισμένο φραγμό. Επιδιώκει πρακτική πρόσβαση μέσω σιδηροδρομικών, οδικών και λιμενικών δικτύων προς το Bar του Μαυροβουνίου, τη Θεσσαλονίκη, την Αδριατική και την Κεντρική Ευρώπη. Η γεωγραφική της περίκλειση ενισχύει το ενδιαφέρον της για περιφερειακούς διαδρόμους και για πολιτική επιρροή στο Μαυροβούνιο και στη Βοσνία, αλλά δεν πρέπει να μετατρέπεται αυθαίρετα σε κρυφή εδαφική διεκδίκηση. Στο Κοσσυφοπέδιο, η Σερβία θέλει να διατηρήσει ανοικτή τη νομική και πολιτική της αξίωση και να μη χάσει τον ρόλο της ως κεντρικού βαλκανικού δρώντος. Η Αλβανία, η οποία ήδη αποτελεί το κύριο κρατικό κέντρο του αλβανικού έθνους, επιδιώκει να καταστήσει την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου μη αναστρέψιμη και να συγκροτήσει, μαζί με την Πρίστινα, έναν συντονισμένο αλβανικό πόλο. Δεν επιδιώκει απλώς να γίνει κέντρο· επιδιώκει να μετατρέψει την υφιστάμενη κεντρική της θέση σε ευρύτερη λειτουργική ηγεσία. Η σερβική θέση χαρακτηρίζεται συχνά ως «αδιάλλακτη». Η λέξη έχει αρνητική χροιά και θολώνει το πρόβλημα. Η Σερβία επιμένει στο δίκαιο της εδαφικής ακεραιότητος και της σταθερότητος των μεταπολεμικών συνόρων, στην ιστορική και εκκλησιαστική μνήμη του Κοσσυφοπεδίου, και στο ψήφισμα 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το Κοσσυφοπέδιο επιμένει στο δίκαιο της αλβανικής πλειονότητας, στην κακή εμπειρία από την προηγηθείσα σερβική καταστολή, και στην αδυναμία επιστροφής σε σερβική κυριαρχία χωρίς νέα έκρηξη βίας. Επομένως, δεν υπάρχει εδώ κλασική αδιαλλαξία σε καμμία πλευρά, αλλά σύγκρουση δύο αντιθετικών αξιώσεων δικαίου: η σερβική πλευρά επιμένει στο πρωτογενές κυριαρχικό δίκαιο που απώλεσε, ενώ η κοσσοβάρικη πλευρά επιμένει σε μια δευτερογενή νομιμοποίηση, η οποία παρήχθη με πόλεμο τον οποίον δεν κέρδισε η ίδια, και από διεθνή διοίκηση, η οποία εγκατέστησε νέα πολιτική πραγματικότητα δια της εξωγενούς ισχύος. Η Ρωσσία εκμεταλλεύεται ακριβώς αυτό το χάσμα. Προσφέρει στη Σερβία αναγνώριση του τραύματός της, ενώ η Δύση δεν έχει να προσφέρει άλλο από διαδικασίες. Η Ρωσσία δεν ενεργεί από ανιδιοτελή φιλία. Το κάνει επειδή το Κοσσυφοπέδιο είναι χρήσιμο εργαλείο κατά της δυτικής ηγεμονίας και υπέρ της ρωσσικής παρουσίας στη σερβική πολιτική φαντασία. Η Δύση συμπίεσε το σερβικό αίσθημα δικαίου, αλλά δεν το εξαφάνισε. Το παρέδωσε σε εκείνους που ήταν πρόθυμοι να το εργαλειοποιήσουν.
Η Βόρειος Μακεδονία είναι η περίπτωση όπου ο αλβανικός παράγων δεν χρειάζεται αλλαγή συνόρων για να μεταβάλει την εσωτερική ισορροπία ενός κράτους. Οι Αλβανοί αποτελούν μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, επισήμως περίπου 25% αλλά πιθανώς μεγαλύτερο, και συγκεντρώνονται σε περιοχές με ιδιαίτερη πολιτική σημασία, όπως το Τέτοβο, το Γκόστιβαρ, το Κίτσεβο, η Στρούγκα, το Κουμάνοβο και τμήματα των Σκοπίων. Η σύγκρουση του 2001 άρχισε όταν ένοπλες αλβανικές ομάδες, οργανωμένες κυρίως στον λεγόμενο Εθνικό Απελευθερωτικό Στρατό, επιδίωξαν με τα όπλα να μεταβάλουν τη θέση των Αλβανών μέσα στο κράτος. Στα αλβανικά, η οργάνωση ονομαζόταν Ushtria Çlirimtare Kombëtare και χρησιμοποιούσε το αρκτικόλεξο UÇK, το ίδιο αρκτικόλεξο με τον Απελευθερωτικό Στρατό του Κοσσυφοπεδίου, αν και επρόκειτο για διαφορετική οργάνωση. Πολλά στελέχη της είχαν πολεμήσει προηγουμένως στο Κοσσυφοπέδιο ή στη νότια Σερβία, πράγμα που εξηγεί την οργανωτική και συμβολική συνέχεια. Η Συμφωνία-Πλαίσιο της Οχρίδος, που επετεύχθη υπό ισχυρή αμερικανική, ευρωπαϊκή και νατοϊκή πίεση, τερμάτισε την ένοπλη φάση χωρίς να μεταβάλει τα σύνορα. Προέβλεψε αποκέντρωση, διεύρυνση της χρήσεως της αλβανικής, αναλογικότερη εκπροσώπηση στις δημόσιες υπηρεσίες, ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοικήσεως και θεσμική αναγνώριση του πολυεθνοτικού χαρακτήρος της χώρας. Με τον τρόπο αυτόν, η αλβανική πίεση μετατράπηκε από ένοπλη αμφισβήτηση σε θεσμική συνιδιοκτησία του κράτους. Η Βόρειος Μακεδονία δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει ως καθαρά σλαβομακεδονικό εθνικό κράτος χωρίς να προκληθεί σοβαρή αστάθεια. Οι Αλβανοί είναι συνδιαμορφωτές της, και η ισχύς τους εκδηλώνεται κυρίως μέσω της γλώσσης, της αποκεντρώσεως, της εκπροσωπήσεως και της αναγκαίας συμμετοχής τους στις κυβερνήσεις.
Η θεσμική αυτή διευθέτηση είχε, ωστόσο, και μία λιγότερο εξισορροπητική όψη. Η προστασία της αλβανικής κοινότητος εξελίχθηκε σε σύστημα μόνιμης εθνοτικής κατανομής της πολιτικής ισχύος, το οποίο επέτρεψε στις αλβανικές κομματικές ελίτ να χρησιμοποιούν τη γλώσσα, την εκπροσώπηση και την επίκληση της Συμφωνίας της Οχρίδος ως μέσα διαπραγματευτικής πιέσεως, ενίοτε πέραν του αρχικού προστατευτικού σκοπού της. Παράλληλα, η ανάγκη διατηρήσεως της διεθνοτικά συμφωνημένης ισορροπίας προσέφερε στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαρκή δυνατότητα παρεμβάσεως στην εσωτερική πολιτική ζωή. Έτσι, η Συμφωνία απέτρεψε τη διάλυση του κράτους, αλλά περιόρισε τη δυνατότητα της σλαβομακεδονικής πλειοψηφίας να μεταφράζει τη δημογραφική της υπεροχή σε αυτοτελή πολιτική κυριαρχία, και παγίωσε ένα σύστημα στο οποίο η κυβερνητική σταθερότητα εξαρτάται από τη συναίνεση οργανωμένων εθνοτικών ελίτ και από την εποπτεία των εξωτερικών εγγυητών.
Από την ελληνική σκοπιά, αυτό έχει διττή σημασία. Αφ’ ενός, η ισχυρή αλβανική παρουσία εμποδίζει τη Βόρεια Μακεδονία να συγκροτηθεί ως μονολιθικό σλαβομακεδονικό εθνικό κράτος, ικανό να κινητοποιεί ολόκληρη την κοινωνία γύρω από μια αποκλειστική ιστορική αφήγηση έναντι της Ελλάδος. Αφ’ ετέρου, οι συνεχόμενες αλβανόφωνες ζώνες από την Αλβανία και το Κοσσυφοπέδιο έως τη δυτική Βόρειο Μακεδονία δημιουργούν έναν λειτουργικό διάδρομο ανθρώπων, εμπορίου, πολιτικών κομμάτων, εκπαιδευτικών δικτύων και εθνικής επικοινωνίας. Ο διάδρομος αυτός δεν είναι στρατιωτικό μέτωπο ούτε αναγκαστικά εχθρικός προς την Ελλάδα. Αυξάνει, όμως, τη δυνατότητα συντονισμού του ευρύτερου αλβανικού χώρου και επιτρέπει στα Τίρανα και στην Πρίστινα να επηρεάζουν την εσωτερική ισορροπία της Βορείου Μακεδονίας. Η Ελλάς πρέπει, επομένως, να τον παρακολουθεί ως δομή πολιτικής επιρροής, και όχι αναγκαστικά ως σχέδιο εδαφικής ενώσεως.
Στο Μαυροβούνιο βλέπουμε την ήπια μορφή της αλβανικής γεωπολιτικής. Οι Αλβανοί είναι αριθμητικά λιγότεροι από ό,τι στη Βόρεια Μακεδονία, αλλά είναι συγκεντρωμένοι σε περιοχές με γεωγραφική σημασία, όπως το Ulcinj και το Tuzi. Η αλβανική παρουσία εκεί δεν απειλεί συνολικά το κράτος, αλλά επηρεάζει τα τοπικά πολιτικά ισοζύγια.
Το Μαυροβούνιο είναι εύθραυστο κράτος, με εσωτερική ένταση ανάμεσα στη μαυροβουνιακή κρατική ταυτότητα και τη σερβική πολιτισμική, εκκλησιαστική και πολιτική επιρροή. Σε αυτό το πλαίσιο, οι Αλβανοί μπορούν να λειτουργήσουν ως φιλοδυτικός παράγων, που στηρίζει την ανεξαρτησία και τη νατοϊκή κατεύθυνση του Μαυροβουνίου. Για την Αλβανία, ένα ανεξάρτητο, δυτικόστροφο Μαυροβούνιο είναι προτιμότερο από ένα Μαυροβούνιο απορροφημένο στη σερβική ή ρωσσική σφαίρα επιρροής.
Η Τουρκία βλέπει την Αλβανία ως μία από τις πύλες επιστροφής της στα δυτικά Βαλκάνια. Δεν χρειάζεται να αναβιώσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία για να αποκτήσει επιρροή. Για το νεοοθωμανικό μοντέλο επιρροής αρκεί η αξιοποίηση θρησκευτικών και πολιτιστικών δικτύων, αμυντικών και πολιτικών υποδομών, καθώς και η παροχή πολιτικής προστασίας έναντι των αντίστοιχων ανταλλαγμάτων.
Παρά τις βλέψεις της Τουρκίας, η Αλβανία δεν είναι τουρκικό προτεκτοράτο. Είναι κοσμικό κράτος, με ισχυρή εθνική ταυτότητα και ευρωπαϊκή φιλοδοξία. Η Τουρκία, όμως, προσφέρει στην Αλβανία όπλα, τεχνολογία, θρησκευτικό συμβολισμό, πολιτική στήριξη και έναν εναλλακτικό πόλο πέραν της ΕΕ. Τα τουρκικής προελεύσεως μη επανδρωμένα αεροχήματα, το μεγάλο τέμενος Namazgah και η στρατηγική σχέση με την Άγκυρα δείχνουν ότι η τουρκική επιρροή δεν είναι μόνο συναισθηματική· είναι επίσης υλική και θεσμική.
Για την Ελλάδα, το πρόβλημα δεν είναι ότι η Αλβανία θα γίνει αύριο αυτοτελής στρατιωτική απειλή. Το πρόβλημα είναι ότι η Τουρκία αποκτά βορειοδυτικό δίαυλο επιρροής, βορείως της Ηπείρου και προς τη θαλάσσια έξοδο Ιονίου–Αδριατικής. Η Ελλάς δεν μπορεί να απαιτήσει από την Αλβανία να διακόψει σχέσεις με την Τουρκία. Μπορεί, όμως, να εργασθεί ώστε η Τουρκία να μη γίνει ο αναντικατάστατος στρατιωτικός, τεχνολογικός ή πολιτικός προστάτης της. Η συνεργασία με Ιταλία και ΗΠΑ έχει νόημα ακριβώς στα πεδία όπου τα συμφέροντα συμπίπτουν: νατοϊκή διαλειτουργικότητα αντί διμερούς τουρκικής εξαρτήσεως, δυτική χρηματοδότηση υποδομών αντί αποκλειστικώς τουρκικών δικτύων, έλεγχος ακραίων θρησκευτικών επιρροών, ασφάλεια Αδριατικής και διατήρηση της Αλβανίας σε ευρωπαϊκή τροχιά. Παράλληλα, απαιτείται σταθερή ελληνική παρουσία μέσω επενδύσεων, παιδείας, τοπικών συνεργασιών, ενεργειακών διασυνδέσεων και σχέσεων που υπερβαίνουν τα όρια της μειονότητος.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο υπέρτατος εξωτερικός εγγυητής της σύγχρονης αλβανικής θέσεως. Χωρίς τις ΗΠΑ δεν εξηγείται ούτε η νατοϊκή ένταξη της Αλβανίας, ούτε η ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου, ούτε η σημερινή αυτοπεποίθηση των Τιράνων. Η Ουάσιγκτον εντάσσει την Αλβανία σε ευρύτερο δίκτυο φιλοδυτικών κρατών και δρώντων των δυτικών Βαλκανίων: Κοσσυφοπέδιο, Βόρεια Μακεδονία, Μαυροβούνιο και Κροατία, με την Ελλάδα και την Ιταλία να λειτουργούν ως ήδη ενταγμένοι νατοϊκοί πυλώνες προς νότον και δυσμάς. Σε αυτό το σχήμα, η Αλβανία είναι μικρός αλλά αξιόπιστος σύμμαχος σε περιοχή όπου η Σερβία παραμένει στρατηγικώς αμφίθυμη, η Ρωσσία παρεμβατική, η Κίνα οικονομικώς παρούσα και η ΕΕ συχνά νωχελικά ενεργή.
Η αμερικανική στήριξη δεν είναι λευκή επιταγή για προαγωγή του αλβανικού εθνικισμού. Οι ΗΠΑ στηρίζουν την Αλβανία και το Κοσσυφοπέδιο όσο αυτά εξυπηρετούν τη δυτική σταθερότητα. Όταν η Πρίστινα προκαλεί ανεπιθύμητη ένταση, η Ουάσιγκτον μπορεί να τη συνετίσει. Άρα η αμερικανική προστασία αυξάνει την αλβανική αυτοπεποίθηση, αλλά ταυτόχρονα την πειθαρχεί.
Για την Ελλάδα, η αμερικανική παρουσία στην Αλβανία είναι χρήσιμη ως αντίβαρο στην Τουρκία και στη Ρωσσία, αλλά δεν υποκαθιστά την ελληνική στρατηγική. Οι ΗΠΑ δεν θα καταστήσουν τη Χειμάρρα, τις ιδιοκτησίες ή τις θαλάσσιες ζώνες δική τους κεντρική προτεραιότητα αν η Αθήνα δεν τις μετατρέψει σε ζήτημα δυτικής θεσμικής αξιοπιστίας. Η συνύπαρξη κρατικής πολιτικής και ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων καθιστά το πεδίο ακόμη πιο σύνθετο. Η αλβανική κυβέρνηση έχει ήδη παραχωρήσει καθεστώς στρατηγικού επενδυτή σε σχέδια που συνδέονται με τον προεδρικό γαμβρό Jared Kushner, ενώ άλλα παράκτια σχέδια έχουν προκαλέσει αντιδράσεις για περιβαλλοντικές επιπτώσεις και αμφισβητούμενους τίτλους ιδιοκτησίας. Δεν αποδεικνύεται ότι η αμερικανική πολιτική υπαγορεύεται από αυτά τα συμφέροντα· είναι, όμως, εύλογο ότι μία αλβανική ηγεσία θα επιδιώξει να τα χρησιμοποιήσει ως πρόσθετο δίαυλο πολιτικής προστασίας. Η Ελλάς πρέπει να επιμένει ότι η προστασία της ιδιοκτησίας και η δικαστική ανεξαρτησία αφορούν όλους τους θιγομένους, Έλληνες και Αλβανούς, και δεν μπορούν να αναστέλλονται χάριν στρατηγικών επενδύσεων.
Οι ΗΠΑ προσφέρουν στην Αλβανία ασφάλεια· η ΕΕ προσφέρει κίνητρο για θεσμική μεταμόρφωση, δηλαδή κανόνες δικαίου και χρηστής διοικήσεως, χρηματοδότηση, μεγάλη αγορά, και προοπτική εντάξεως. Η Γερμανία, ως κεντρική δύναμη της ευρωπαϊκής πολιτικής στα δυτικά Βαλκάνια, δεν βλέπει την Αλβανία ρομαντικά. Τη βλέπει ως μέρος ενός προγράμματος σταθεροποιήσεως, περιφερειακής συνεργασίας και ενσωματώσεως. Η Διαδικασία του Βερολίνου, δηλαδή το πλαίσιο περιφερειακής συνεργασίας που εγκαινιάσθηκε το 2014 υπό γερμανική πρωτοβουλία με σκοπό τη σταδιακή πολιτική και οικονομική προσέγγιση των έξι κρατών των Δυτικών Βαλκανίων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί με την Κοινή Περιφερειακή Αγορά και το ευρωπαϊκό Σχέδιο Αναπτύξεως για τα Δυτικά Βαλκάνια, εκφράζει αυτή τη λογική. Επειδή η πλήρης ένταξη εξελίσσεται αργά, η ΕΕ επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ενδιάμεσο καθεστώς ευρωπαϊκής πειθαρχίας: κανόνες, υποδομές, χρηματοδοτήσεις, μεταρρυθμίσεις και μερική πρόσβαση στην ενιαία αγορά. Με τον τρόπο αυτόν επιδιώκει να ενσωματώσει λειτουργικά τον αλβανικό χώρο χωρίς αλλαγή συνόρων.
Η λογική αυτή είναι λειτουργική, αλλά όχι ακίνδυνη. Αν η ΕΕ επιταχύνει τη διεύρυνση για γεωπολιτικούς λόγους και υποβαθμίσει ζητήματα κράτους δικαίου, διαφθοράς, δικαιοσύνης, μειονοτήτων και ιδιοκτησίας, θα εισαγάγει στο εσωτερικό της προβλήματα ασύμβατα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Για την Ελλάδα, η ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας αποτελεί εργαλείο και πρέπει να στηριχθεί, αλλά υπό σαφείς όρους. Η Αθήνα έχει συμφέρον να μετατρέπει τα διμερή της ζητήματα σε ευρωπαϊκά κριτήρια συμμορφώσεως, ώστε να μη διεγείρει αχρείαστα εθνικιστικά αντανακλαστικά στην αλβανική κοινωνία και να μην επιτρέπει στα Τίρανα να εξισώνουν πραγματικές υποχρεώσεις έναντι της ελληνικής μειονότητος με την ανακύκλωση του λεγομένου «Τσαμικού ζητήματος». Η διάκριση είναι θεμελιώδης: στη μία περίπτωση πρόκειται για δικαιώματα ζώσης κοινότητος υπό το ισχύον διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο· στην άλλη, για την αναδρομική μετατροπή σύνθετων ιστορικών γεγονότων και ενδεχόμενων ατομικών περιουσιακών διαφορών σε συλλογική εθνική διεκδίκηση εκ μέρους της Αλβανίας.
Το αποκαλούμενο «Τσαμικό ζήτημα» έχει πραγματικό ιστορικό υπόβαθρο, αλλά δεν συγκροτεί ενιαία νομική υπόθεση ούτε μπορεί να εξομοιωθεί με σύγχρονο μειονοτικό ή εδαφικό ζήτημα. Μετά την ενσωμάτωση της Θεσπρωτίας στην Ελλάδα το 1913, ο μουσουλμανικός αλβανόφωνος πληθυσμός της περιοχής, οι λεγόμενοι Τσάμηδες, διατήρησε ιδιαίτερη θρησκευτική και γλωσσική ταυτότητα. Η ενσωμάτωσή του στο ελληνικό κράτος παρέμεινε ατελής. Σε αυτό συνέβαλαν η δυσπιστία των ελληνικών αρχών, οι περιουσιακές διαφορές, η έλευση προσφύγων στην περιοχή μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι αλβανικοί εθνικοί προσανατολισμοί της ηγεσίας και του κυρίου μέρους της κοινότητος, και η γενικότερη πολιτική αστάθεια του Μεσοπολέμου. Το ζήτημα δεν γεννήθηκε, επομένως, το 1944· η Κατοχή, όμως, μετέβαλε ριζικά τη νομική και πολιτική φύση του (Μάντα, 2004· Baltsiotis, 2011· Kretsi, 2002).

Η θέση της Τσαμουργιάς. Κόκκινο: η έκταση το 1910, στο τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας· Πράσινο: η μέγιστη έκταση που διεκδικείται σύμφωνα με αλβανικές πηγές. Μαύρο: η μέγιστη έκταση της διαλέκτου των Τσαμ.
Κατά την ιταλική και τη γερμανική Κατοχή, σημαντικό μέρος της πολιτικής και ένοπλης ηγεσίας των μουσουλμάνων Τσάμηδων συνεργάσθηκε με τις κατοχικές δυνάμεις και συμμετείχε σε διώξεις, λεηλασίες και εγκλήματα πολέμου κατά του ελληνικού πληθυσμού. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών και την επικράτηση των δυνάμεων του ΕΔΕΣ στην περιοχή, το μεγαλύτερο μέρος της κοινότητος κατέφυγε προς την Αλβανία, μέσα σε συνθήκες πολεμικής συγκρούσεως, αντιποίνων και πράξεων εκδικήσεως. Ακολούθησαν ερήμην καταδίκες από τα Ειδικά Δικαστήρια Δοσιλόγων και διοικητικά ή νομοθετικά μέτρα που επηρέασαν την ιθαγένεια και τις περιουσίες πολλών από τους αποχωρήσαντες. Η ιστορική και νομική διάκριση μεταξύ αποδεδειγμένων συνεργατών, μελών των οικογενειών τους και προσώπων χωρίς εξακριβωμένη ατομική ευθύνη παραμένει αναγκαία. Η συλλογική ενοχοποίηση ολόκληρης της κοινότητος δεν είναι παραδεκτή· το ίδιο απαράδεκτη είναι και η σημερινή παρουσίασή της ως αδιαφοροποιήτου σώματος αθώων θυμάτων, όπως επιχειρεί η Αλβανία (Mazower, 2000· Vickers, 2002· Kretsi, 2002· Μάντα, 2004· Baltsiotis, 2011).
Ακριβώς αυτή η διαφοροποίηση καθορίζει και τη νομική φύση των σημερινών περιουσιακών αξιώσεων. Δεν υφίσταται μία ενιαία «περιουσία των Τσάμηδων» με κοινή νομική τύχη. Για κάθε ακίνητο πρέπει να εξακριβώνεται ποιός ήταν ο ιδιοκτήτης· εάν είχε καταδικασθεί για συνεργασία με τις κατοχικές αρχές· ποιά δικαστική, διοικητική ή νομοθετική πράξη επέφερε δήμευση, μεσεγγύηση, απαλλοτρίωση ή χαρακτηρισμό της περιουσίας ως εγκαταλελειμμένης· εάν προβλεπόταν αποζημίωση· ποιά ήταν η ιθαγένεια του δικαιούχου· εάν το δικαίωμα μεταβιβάσθηκε στους κληρονόμους του· και εάν υφίσταται σήμερα παραδεκτή δικονομική οδός. Η γενική επίκληση της κατοχικής συνεργασίας δεν αρκεί για να δικαιολογήσει κάθε ατομική στέρηση περιουσίας· αντιστρόφως, η επίκληση ενός προπολεμικού τίτλου δεν αρκεί για να παραμερίσει μεταγενέστερη καταδίκη, δήμευση, απαλλοτρίωση ή άλλη νόμιμη μεταβολή του εμπραγμάτου καθεστώτος (Ktistakis, 2006· Tsitselikis, 2012· Μάντα, 2004).
Οι σχετικές διοικητικές πράξεις εξεδόθησαν σε περίοδο διαδοχικών πολιτειακών μεταβολών, Κατοχής, Εμφυλίου και εκτεταμένης κοινωνικής αποδιοργανώσεως. Το γεγονός αυτό εξηγεί την πολυμορφία και συχνά την ασυνέχεια των νομοθετικών και διοικητικών ρυθμίσεων, χωρίς να καθιστά αυτομάτως νόμιμη κάθε επιμέρους πράξη. Η επίκληση της δημοσίας ωφελείας, ιδίως για την αποκατάσταση προσφύγων και ακτημόνων, μπορούσε κατά το τότε συνταγματικό δίκαιο να θεμελιώσει απαλλοτριώσεις, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις και με την τυχόν προβλεπόμενη αποζημίωση. Διαφορετική ήταν η περίπτωση περιουσιών οι οποίες δημεύθηκαν κατόπιν ποινικής καταδίκης ή υπήχθησαν σε ειδικό καθεστώς ως περιουσίες απόντων, εχθρών ή προσώπων που είχαν εγκαταλείψει τη χώρα. Επομένως, ούτε η δημόσια ωφέλεια ούτε η εγκατάλειψη μπορούν να χρησιμοποιούνται ως γενικές εκ των υστέρων δικαιολογίες· πρέπει να αποδεικνύονται ως συγκεκριμένες νομικές βάσεις για κάθε περίπτωση.
Το ίδιο ισχύει για την επίκληση του σημερινού ευρωπαϊκού δικαίου. Δεν είναι νομικώς ορθό να αξιολογούνται συλλήβδην οι πράξεις της δεκαετίας του 1940 και των πρώτων μεταπολεμικών ετών με βάση εγγυήσεις και μηχανισμούς προστασίας που αποκρυσταλλώθηκαν ή κατέστησαν δεσμευτικοί αργότερα. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν εφαρμόζεται αναδρομικά σε στερήσεις περιουσίας που είχαν ολοκληρωθεί πριν από τη θέση της σε ισχύ έναντι της Ελλάδος. Πρέπει, όμως, να διακρίνεται μία οριστική παλαιά πράξη, της οποίας απλώς εξακολουθούν οι συνέπειες, από μία μεταγενέστερη ή πραγματικά συνεχιζόμενη προσβολή αναγνωρισμένου περιουσιακού δικαιώματος. Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να ανακύψει ζήτημα ευρωπαϊκού ελέγχου, εφ’ όσον ο προσφεύγων αποδεικνύει υφιστάμενο περιουσιακό δικαίωμα, έχει εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα και πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις παραδεκτού.
Από τα ανωτέρω προκύπτει το κρίσιμο νομικό συμπέρασμα: ούτε η γενική επίκληση του σύγχρονου ευρωπαϊκού δικαίου θεμελιώνει συλλογικές αξιώσεις, ούτε η παλαιότητα των μέτρων αποκλείει χωρίς εξέταση κάθε πιθανή ατομική υπόθεση. Ακόμη, όμως, και αν συγκεκριμένη περιουσιακή αξίωση αποδειχθεί βάσιμη, δημιουργεί δικαίωμα μόνο για τον συγκεκριμένο δικαιούχο και μόνο ως προς τη συγκεκριμένη περιουσία ή αποζημίωση. Δεν παράγει συλλογικό δικαίωμα επιστροφής, δεν ανασυστήνει μειονότητα και δεν γεννά εδαφική αξίωση (Ktistakis, 2006· Tsitselikis, 2012).
Η σημερινή αναγωγή των ανομοιογενών αυτών υποθέσεων από την αλβανική πολιτική σε ενιαίο «ζήτημα Τσαμουριάς» αποτελεί, επομένως, πολιτική ανακατασκευή. Συνενώνει διαφορετικές κατηγορίες προσώπων, καταδικών και περιουσιών, αποσιωπά τη συνεργασία με τις δυνάμεις Κατοχής και μετατρέπει ενδεχόμενες ατομικές διαφορές σε εθνική διεκδίκηση. Η Ελλάς έχει συμφέρον να μην απαντά με γενικές αρνήσεις, αλλά με πλήρη δημοσιοποίηση των αρχείων, των αποφάσεων των δικαστηρίων δοσιλόγων, των πράξεων περί ιθαγενείας και των τίτλων που καθόρισαν τη νομική τύχη κάθε περιουσίας. Η τεκμηριωμένη αναγνώριση των πράξεων αντεκδικήσεως που διαπράχθηκαν κατά την αποχώρηση της κοινότητος δεν αποδυναμώνει την ελληνική θέση· αντιθέτως, αφαιρεί από την αλβανική επιχειρηματολογία τη δυνατότητα να εμφανίζει την ελληνική πλευρά ως αρνούμενη ολόκληρη την ιστορική πραγματικότητα (Vickers, 2002· Kretsi, 2002).
Η Ελλάς πρέπει συγχρόνως να απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε εξίσωση του Τσαμικού ζητήματος με τις διακρίσεις και διώξεις εις βάρος της ελληνικής μειονότητος στην Αλβανία. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για προπολεμική κοινότητα η οποία έπαυσε να υφίσταται στην Ελλάδα υπό τις εξαιρετικές συνθήκες της Κατοχής και της μεταπολεμικής περιόδου, αφήνοντας ενδεχομένως ορισμένες ατομικές και αυστηρώς εξατομικευμένες νομικές εκκρεμότητες. Στη δεύτερη πρόκειται για ζώσα ιστορική κοινότητα, η οποία εξακολουθεί να κατοικεί στις εστίες της, και της οποίας τα μειονοτικά, εκπαιδευτικά, γλωσσικά, περιουσιακά και πολιτικά δικαιώματα προστατεύονται σήμερα από το ισχύον διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο. Η εξίσωση των δύο περιπτώσεων δεν αποτελεί εφαρμογή της αρχής της αμοιβαιότητος· αποτελεί σύγχυση μεταξύ ενεργών διεθνών υποχρεώσεων και μιας ιστορικής διαφοράς που μπορεί να παράγει, το πολύ, επιμέρους ατομικές αξιώσεις.
Η Ρωσσία είναι για την Αλβανία κυρίως αρνητικός δρων. Δεν διαθέτει βαθιά θετική επιρροή στα Τίρανα. Η Αλβανία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, φιλοαμερικανική, προσηλωμένη στην ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου και προσανατολισμένη προς την ευρωπαϊκή ένταξη. Η Ρωσσία επηρεάζει την αλβανική γεωπολιτική κυρίως μέσω της Σερβίας και του Κοσσυφοπεδίου. Στηρίζει τη σερβική θέση, απορρίπτει την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου και χρησιμοποιεί το ζήτημα ως επιχείρημα κατά της δυτικής επιλεκτικότητος στην εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.
Η Κίνα είναι διαφορετική περίπτωση. Οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν ιστορικό βάθος αναγόμενο στην προνομιακή σχέση κατά την κομμουνιστική περίοδο, αλλά σήμερα η Κίνα επιστρέφει κυρίως ως οικονομικός δρων μέσω παροχής υποδομών. Η Κίνα δεν διαθέτει στην Αλβανία τη μόχλευση που είχε παλαιότερα και που έχει σήμερα στη Σερβία. Μπορεί όμως να αποκτήσει επιρροή αν η ευρωπαϊκή πορεία καθυστερήσει ή αν τα Τίρανα αναζητήσουν εύκολη χρηματοδότηση χωρίς αυστηρούς θεσμικούς όρους.
Το ελληνικό συμφέρον είναι να παραμείνει η Αλβανία ισχυρά προσδεδεμένη με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Αυτό δεν λύνει αυτομάτως τα ελληνικά ζητήματα, αλλά μειώνει τα κενά τα οποία θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν Ρωσσία, Κίνα ή Τουρκία.
Οι σχέσεις με την Κροατία, τη Βοσνία και τη Βουλγαρία είναι δευτερεύουσες, αλλά χρήσιμες για την κατανόηση της αλβανικής γεωπολιτικής. Η ευρωατλαντικά προσανατολισμένη Κροατία ενισχύει την αντισερβική και νατοϊκή διάσταση της αλβανικής θέσεως. Η αναδυόμενη τριμερής αμυντική συνεργασία μεταξύ Αλβανίας, Κροατίας και Κοσσυφοπεδίου, η οποία εγκαινιάσθηκε επισήμως με την Κοινή Διακήρυξη του Μαρτίου 2025, αποτελεί πολιτικοαμυντικό σήμα προς τη Σερβία, παρ’ ότι δεν πρέπει να περιγράφεται απλουστευτικά ως πολεμική συμμαχία.
Η Βοσνία προσφέρει ένα καλό συγκριτικό παράδειγμα μουσουλμανικού βαλκανικού χώρου, διεθνούς επιτηρήσεως και τουρκικής επιρροής. Η αναλογία, όμως, έχει όρια. Στη Βοσνία, η Republika Srpska αποτελεί συνταγματικώς κατοχυρωμένη οντότητα με δική της κυβέρνηση, συνέλευση και εκτεταμένες αρμοδιότητες, ικανή να παρεμποδίζει ή να καθυστερεί τη λειτουργία του κοινού κράτους. Ακριβώς γι’ αυτό η Πρίστινα φοβάται ότι μία Ένωση Σερβικών Δήμων με υπερβολικώς εκτεταμένες εξουσίες θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ανάλογο εσωτερικό κέντρο αρνήσεως. Η ανησυχία δεν δικαιολογεί την αθέτηση συμφωνημένων υποχρεώσεων· εξηγεί, όμως, γιατί το Κοσσυφοπέδιο αντιμετωπίζει ακόμη και μορφές τοπικής σερβικής αυτοδιοικήσεως ως πιθανή απειλή για τη λειτουργικότητα του κράτους.
Η Βουλγαρία συνδέεται με την Αλβανία κυρίως μέσω της Βορείου Μακεδονίας και του λεγομένου Διαδρόμου VIII. Πρόκειται για πολυτροπικό άξονα μεταφορών που προβλέπεται να συνδέσει τα ιταλικά και αλβανικά λιμάνια της Αδριατικής με τη Βόρειο Μακεδονία, τη Βουλγαρία και τη Μαύρη Θάλασσα, μέσω οδικών, σιδηροδρομικών και λιμενικών υποδομών. Η πλήρης υλοποίησή του παραμένει ατελής, ιδίως στα σιδηροδρομικά τμήματα και στη διασύνδεση Βορείου Μακεδονίας–Βουλγαρίας. Αν ολοκληρωθεί, θα προσφέρει στην Αλβανία ρόλο δυτικής πύλης ενός διαβαλκανικού άξονος, θα μειώσει τη μονομέρεια των διαδρομών βορρά-νότου και θα αυξήσει τη στρατηγική αξία των αλβανικών λιμένων. Έτσι, η αλβανική γεωπολιτική δεν έχει μόνο εθνική διάσταση· αφορά επίσης διεθνείς εμπορικές, στρατιωτικές, ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές.

Ο Διάδρομος VIII προβλέπεται να συνδέσει την Αδριατική με τη Μαύρη Θάλασσα μέσω της Αλβανίας, της Βόρειας Μακεδονίας και της Βουλγαρίας, προσδίδοντας σημαντική γεωπολιτική σημασία στην Αλβανία.
Τα συμφέροντα της Αλβανίας έχουν δύο όψεις, οι οποίες συχνά αποκλίνουν. Ως κράτος χρειάζεται σταθερότητα, θεσμούς, ευρωπαϊκή ένταξη, εύρωστη οικονομία, επενδύσεις και αποφυγή πολέμου. Ως εθνικός πόλος επιθυμεί να προστατεύσει και να συνδέσει πολιτικά τους αλβανικούς πληθυσμούς εκτός των συνόρων της. Η επιτυχία της εξαρτάται από το αν θα μετατρέψει τον ευρύτερο αλβανικό χώρο σε λειτουργικό δίκτυο εντός της δυτικής τάξεως πραγμάτων, χωρίς να μετατραπεί σε αναθεωρητικό κράτος και πηγή ασταθείας.
Η στρατηγικώς αποδοτικότερη επιλογή για την Αλβανία δεν είναι η επιδίωξη της «Μεγάλης Αλβανίας», αλλά η λειτουργική ενοποίηση χωρίς τυπική ένωση: κοινές υποδομές και εμπορική κινητικότητα, εκπαιδευτικές σχέσεις και πολιτισμική συνοχή, συντονισμός με το Κοσσυφοπέδιο και στήριξη των Αλβανών στη Βόρειο Μακεδονία και στο Μαυροβούνιο. Η στρατηγική αυτή επιτυγχάνει μεγάλο μέρος της επιδιωκόμενης εθνικής συνοχής χωρίς να προκαλεί την άμεση διεθνή αντίδραση που θα επέφερε μία ανοικτή αναθεώρηση συνόρων.
Ο κίνδυνος είναι η υπερεκτίμηση. Ένα μικρό κράτος που έχει πολλούς προστάτες μπορεί να συγχέει τη δική του ισχύ με την ισχύ που του δανείζουν οι άλλοι. Η αμερικανική στήριξη, η ευρωπαϊκή προοπτική, η ιταλική εγγύτητα και η τουρκική βοήθεια μπορούν να δημιουργήσουν αυτοπεποίθηση μεγαλύτερη από όσο επιτρέπει η πραγματική αλβανική ισχύς. Από τέτοιες διαφορές μεταξύ πραγματικής και αντιληπτής ισχύος γεννιούνται συχνά οι κρίσεις.
Η Ελλάς δεν πρέπει να επιδιώκει μια αδύναμη Αλβανία, αλλά Αλβανία δεσμευμένη σε θεσμούς, κανόνες και αλληλεξαρτήσεις. Μία αδύναμη και εσωτερικά αποσταθεροποιημένη Αλβανία θα αποτελούσε ευχερώς πεδίο ασκήσεως επιρροής από τρίτους δρώντες, θα ενίσχυε τη μεταναστευτική και εγκληματική ροή και θα καθιστούσε δυσχερέστερη την προστασία της ελληνικής μειονότητος. Αντιθέτως, μία Αλβανία της οποίας η ευρωπαϊκή πορεία εξαρτάται από συγκεκριμένες θεσμικές υποχρεώσεις μπορεί να καταστεί περισσότερο προβλέψιμος γείτονας.
Στις ελληνοαλβανικές σχέσεις εκδηλώνεται αυτό που στο βιβλίο Thucydidean Geopolitics (Papastavrou, 2016) ορίζεται ως «παράδοξο της εγγύτητος και της δυσεπίλυτης αντιπαλότητος». Η γεωγραφική εγγύτης δημιουργεί πυκνά κοινά συμφέροντα, αλλά συγχρόνως πολλαπλασιάζει τα σημεία τριβής, επειδή οι δύο χώρες συναντώνται στα ίδια σύνορα, στις μειονότητες, στις περιουσίες, στις θαλάσσιες ζώνες, στις μεταναστευτικές ροές και στον ίδιο περιφερειακό χώρο. Η υπέρβαση του παραδόξου αυτού δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην πολιτική καλή θέληση, η οποία μεταβάλλεται μαζί με τις κυβερνήσεις και τις συγκυρίες. Απαιτεί σταδιακή ενοποίηση συμφερόντων υπό ευρωπαϊκή θεσμική ομπρέλα, κατά το πρότυπο της μεταπολεμικής γαλλογερμανικής προσεγγίσεως. Η γαλλογερμανική αντιπαλότητα δεν υπερκεράσθηκε με τη λήθη της Ιστορίας, αλλά με την υπαγωγή κρίσιμων οικονομικών και στρατηγικών πόρων σε κοινή διαχείριση, ώστε η σύγκρουση να καταστεί ακριβότερη από τη συνεργασία. Ανάλογη πρέπει να είναι και η ελληνική επιδίωξη: όχι εξάλειψη των διαφορών διά ρητορικής συμφιλιώσεως, αλλά μετατροπή της αλληλεξαρτήσεως σε μηχανισμό πειθαρχίας.
Η ελληνική στρατηγική πρέπει να αναπτυχθεί σε πέντε αλληλένδετους άξονες. Ο πρώτος είναι η στήριξη της ευρωπαϊκής πορείας της Αλβανίας, όχι όμως ως άνευ όρων πολιτική εύνοια, αλλά ως διαπραγματευτικό πλαίσιο με σαφή κριτήρια, χρονοδιαγράμματα και ελεγχόμενη εφαρμογή. Η πρόοδος προς την ένταξη πρέπει να συνδέεται με μετρήσιμες υποχρεώσεις στο κράτος δικαίου, στη δικαστική ανεξαρτησία, στην προστασία της ιδιοκτησίας και στα μειονοτικά δικαιώματα. Η ευρωπαϊκή πορεία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να παρακάμπτονται οι ελληνοαλβανικές διαφορές, αλλά για να μετατρέπονται οι ελληνικές αξιώσεις σε ευρωπαϊκούς όρους συμμορφώσεως.
Ο δεύτερος άξονας είναι η προστασία της ελληνικής μειονότητος, των ιδιοκτησιών και της τοπικής αυτοδιοικήσεως στις ιστορικές μειονοτικές περιοχές. Η Αθήνα δεν πρέπει να περιορίζει το ζήτημα σε διμερείς εθνικές διαμαρτυρίες, τις οποίες τα Τίρανα μπορούν ευχερώς να παρουσιάζουν ως ελληνική παρέμβαση. Πρέπει να το εντάσσει συστηματικά στο πεδίο του ευρωπαϊκού δικαίου, της δικαστικής ασφαλείας και της χρηστής διοικήσεως. Η προστασία της Χειμάρρας, της Δρόπολης και των άλλων ελληνικών κοινοτήτων δεν αποτελεί μόνο υπεράσπιση ομογενών· αποτελεί δοκιμασία της ικανότητος του αλβανικού κράτους να εφαρμόζει ίσους κανόνες απέναντι σε πολίτες, μειονότητες και ιδιοκτήτες.
Ο τρίτος άξονας είναι η νομική επίλυση των θαλασσίων ζωνών. Η Ελλάς πρέπει να παραμένει προσηλωμένη στο διεθνές δίκαιο της θαλάσσης και να αποκλείει την εισαγωγή τουρκικών αντιλήψεων στην αλβανική επιχειρηματολογία. Η παραπομπή της διαφοράς σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο μπορεί να προσφέρει στα Τίρανα πολιτική κάλυψη έναντι της κατηγορίας περί υποχωρήσεως, υπό την προϋπόθεση ότι το συνυποσχετικό θα είναι νομικώς ακριβές και δεν θα ανοίγει ζητήματα πέραν της συγκεκριμένης οριοθετήσεως. Η ελληνική θέση πρέπει να είναι σταθερή, τεχνικά επεξεργασμένη και ανεξάρτητη από τις προσωπικές σχέσεις των εκάστοτε ηγεσιών.
Ο τέταρτος άξονας είναι ο περιορισμός της μονοπωλιακής επιρροής της Τουρκίας. Η Ελλάς δεν μπορεί ούτε χρειάζεται να αποκλείσει την Άγκυρα από την Αλβανία. Μπορεί, όμως, να μειώσει την αξία της τουρκικής επιρροής προσφέροντας περισσότερα και σταθερότερα οφέλη: πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, επενδύσεις, ενεργειακές και μεταφορικές διασυνδέσεις, εκπαίδευση, θεσμική τεχνογνωσία και συνεργασία με την Ιταλία, την ΕΕ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί όπου η Τουρκία προσφέρει όπλα, προσωπικές πολιτικές σχέσεις και οθωμανικό συμβολισμό, η Ελλάς πρέπει να προσφέρει δίκαιο, οικονομική αλληλεξάρτηση και πρόσβαση σε ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η επιρροή της δεν θα προκύψει από συναισθηματικές επικλήσεις φιλίας, αλλά από την πρακτική χρησιμότητα της συνεργασίας.
Ο πέμπτος άξονας είναι η ανάπτυξη λειτουργικών σχέσεων με ολόκληρο τον αλβανικό χώρο, συμπεριλαμβανομένου του Κοσσυφοπεδίου και των αλβανικών πολιτικών δυνάμεων στη Βόρειο Μακεδονία και στο Μαυροβούνιο. Η μη αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου δεν πρέπει να ισοδυναμεί με πολιτική απουσία. Η Ελλάς μπορεί να αναπτύσσει οικονομικές, εκπαιδευτικές και διοικητικές σχέσεις, διατηρώντας συγχρόνως τις νομικές της επιφυλάξεις και αποφεύγοντας ενέργειες που θα αποδυνάμωναν τη θέση της στο Κυπριακό ή στην αρχή της εδαφικής ακεραιότητος. Η απουσία από τον ευρύτερο αλβανικό χώρο δεν προστατεύει τις ελληνικές θέσεις· αφήνει απλώς το πεδίο στην Τουρκία και σε άλλους δρώντες.
Η ελληνική πολιτική πρέπει, επομένως, να απομακρυνθεί τόσο από την αδράνεια όσο και από τη θεατρική επίδειξη ισχύος. Η στρατιωτική ρητορική περί προστασίας της μειονότητος θα συσπείρωνε τον αλβανικό εθνικισμό, θα νομιμοποιούσε την τουρκική παρουσία και θα μετέτρεπε ένα ζήτημα δικαιωμάτων σε διακρατική κρίση. Η αποτελεσματική ισχύς της Ελλάδος βρίσκεται στις διαδικασίες, στις συμμαχίες, στα ενταξιακά κεφάλαια, στη νομική τεκμηρίωση, στις επενδύσεις, στην παιδεία και στη διαρκή παρουσία. Δεν πρέπει να απειλεί περισσότερο από όσο μπορεί να επιβάλει· πρέπει να επιβάλλει περισσότερα από όσα δηλώνει, χρησιμοποιώντας θεσμικά μέσα των οποίων η λειτουργία δεν εξαρτάται από στιγμιαίες εντάσεις.
Το ελληνικό συμφέρον δεν βρίσκεται, συνεπώς, στην επιστροφή σε παλαιές συνοριακές φαντασίες ούτε στην άνευ όρων υποστήριξη μιας αλβανικής κυβερνήσεως στο όνομα της περιφερειακής σταθερότητος. Βρίσκεται στη μετατροπή των ελληνικών δικαιωμάτων σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της Αλβανίας και των κοινών οικονομικών συμφερόντων σε θεσμικούς δεσμούς, των οποίων η παραβίαση θα συνεπάγεται πραγματικό πολιτικό και οικονομικό κόστος. Εκεί όπου η Αλβανία ζητεί το προνόμιο της ευρωπαϊκής εντάξεως, η Ελλάς πρέπει να απαιτεί την υποχρέωση της ευρωπαϊκής συμμορφώσεως. Και εκεί όπου τα Τίρανα επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τις σχέσεις τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Τουρκία, την Ιταλία ή ευρωπαϊκά κέντρα για να αποσυνδέσουν την ενταξιακή πορεία από τις διμερείς και ευρωπαϊκές τους υποχρεώσεις, η Αθήνα πρέπει να επανασυνδέει το πολιτικό όφελος με συγκεκριμένο θεσμικό κόστος: άνοιγμα και κλείσιμο κεφαλαίων, χρηματοδοτήσεις, δικαστική συνεργασία και μετρήσιμες εγγυήσεις εφαρμογής.
Η Αλβανία αποτελεί μία από τις πλέον συμπυκνωμένες γεωπολιτικές περιπτώσεις των Βαλκανίων. Είναι μικρό κράτος ως προς τον πληθυσμό, την οικονομία και τη στρατιωτική ισχύ, αλλά μεγάλο ως προς τη στρατηγική πυκνότητα της θέσεώς του. Βρίσκεται στο σημείο όπου τέμνονται η Αδριατική και το Ιόνιο, η βαλκανική ενδοχώρα και η ιταλική ακτή, ο σερβικός και ο αλβανικός εθνικός χώρος, η ελληνική παρουσία στη Βόρειο Ήπειρο, η τουρκική επάνοδος, η αμερικανική προστασία και η ευρωπαϊκή διεύρυνση. Η σημασία της δεν προκύπτει, επομένως, μόνο από όσα η ίδια διαθέτει, αλλά από όσα άλλοι φοβούνται, επιδιώκουν ή επιχειρούν να αποτρέψουν μέσω αυτής.
Η πρώτη λειτουργία της είναι εκείνη του κράτους-φράγματος. Η ανεξαρτησία της εξυπηρέτησε την ανάγκη αποκλεισμού της Σερβίας από την Αδριατική, τον περιορισμό της ελληνικής επεκτάσεως προς βορρά και την αποτροπή αποκλειστικού ελέγχου της αλβανικής ακτής από οποιαδήποτε μεγάλη δύναμη. Η ιστορική αυτή λειτουργία δεν έχει εξαφανισθεί. Η Αλβανία εξακολουθεί να παρεμβάλλεται μεταξύ της σερβικής ενδοχώρας και της θαλάσσης, μεταξύ της ιταλικής ασφαλείας και της ανατολικής ακτής του Οτράντο, καθώς και μεταξύ της ελληνικής Ηπείρου και του ευρύτερου αλβανικού χώρου.
Η δεύτερη λειτουργία της είναι εκείνη του εθνικού συσπειρωτή. Τα σύνορα του αλβανικού κράτους δεν συμπίπτουν με τα όρια του αλβανικού έθνους. Το Κοσσυφοπέδιο, οι αλβανικές κοινότητες της Βορείου Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου, καθώς και η διασπορά, συγκροτούν έναν ευρύτερο χώρο γλωσσικής, πολιτικής και συμβολικής συνοχής. Η σύγχρονη αλβανική στρατηγική δεν χρειάζεται να επιδιώξει άμεση αναθεώρηση συνόρων για να ενισχύσει αυτή τη συνοχή. Μπορεί να την προωθεί μέσω υποδομών, εμπορίου, εκπαιδεύσεως, πολιτισμού, κομματικών δικτύων, αμυντικής συνεργασίας και κοινής διπλωματικής δράσεως. Με τον τρόπο αυτόν, μεγάλο μέρος της λειτουργικής ενοποιήσεως μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την επίσημη συγκρότηση της «Μεγάλης Αλβανίας» και χωρίς το διεθνές κόστος που θα προκαλούσε μία ανοικτή εδαφική αναθεώρηση. Η τρίτη λειτουργία της είναι εκείνη του βαλκανικού κόμβου ισχύος. Η Αλβανία δεν αποτελεί απλώς παθητική πλατφόρμα τρίτων δυνάμεων. Αξιοποιεί τον ανταγωνισμό μεταξύ Ιταλίας, Τουρκίας, Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αποσπώντας ασφάλεια, επενδύσεις, πολιτική προστασία και διεθνή αναβάθμιση. Η πολλαπλότητα των προστατών αυξάνει την ελευθερία κινήσεως των Τιράνων, επειδή κανένας εξωτερικός δρων δεν επιθυμεί να εγκαταλείψει το πεδίο στους ανταγωνιστές του. Η αλβανική ισχύς, όμως, παραμένει εν μέρει δανεική: προκύπτει από τη χρησιμότητα της χώρας για ισχυρότερους δρώντες και όχι μόνο από τις δικές της υλικές δυνατότητες.
Εδώ βρίσκεται και ο βασικός κίνδυνος. Ένα μικρό κράτος με πολλούς προστάτες μπορεί να συγχέει τη δική του ισχύ με την ισχύ που του παρέχουν οι άλλοι. Η αμερικανική υποστήριξη, η ευρωπαϊκή προοπτική, η ιταλική εγγύτητα και η τουρκική βοήθεια μπορούν να δημιουργήσουν αυτοπεποίθηση μεγαλύτερη από εκείνη που δικαιολογούν οι πραγματικοί πόροι του κράτους. Όσο οι εξωτερικές επιδιώξεις συμπίπτουν με την αλβανική στρατηγική, η ασυμμετρία αυτή παραμένει αφανής. Αν, όμως, τα συμφέροντα των προστατών μεταβληθούν ή συγκρουσθούν, η απόσταση μεταξύ πραγματικής και αντιληπτής ισχύος μπορεί να καταστεί πηγή λανθασμένων υπολογισμών.
Από θουκυδίδεια σκοπιά, η αλβανική γεωπολιτική οργανώνεται γύρω από τη συνάντηση του Φόβου, της Τιμής και του Συμφέροντος. Ο Φόβος γεννάται από την ιστορική διαίρεση του εθνικού χώρου και από τη μνήμη ξένων αποφάσεων για την τύχη των Αλβανών. Η Τιμή εκφράζεται στην επιδίωξη αναγνωρίσεως της Αλβανίας ως κέντρου ενός έθνους που δεν περιορίζεται στα κρατικά της σύνορα. Το Συμφέρον επιβάλλει πρόσδεση στη Δύση, θεσμική σταθερότητα, οικονομική ανάπτυξη και αποφυγή ανοικτής αναθεωρήσεως των συνόρων. Όσο οι τρεις αυτές δυνάμεις εξισορροπούνται, η Αλβανία μπορεί να λειτουργεί ως παράγων σταθερότητος. Όταν η Τιμή και ο εθνικός πόθος αποσπώνται από την πραγματική ισχύ, ή όταν ο Φόβος μετατρέπεται σε μόνιμη καχυποψία απέναντι στους γείτονες, το αλβανικό ζήτημα μπορεί να επανεμφανισθεί ως πρόβλημα συνόρων, μειονοτήτων και προστατίδων δυνάμεων.
Για την Ελλάδα, η ορθή απάντηση δεν είναι ούτε η υποτίμηση ούτε η δαιμονοποίηση της Αλβανίας. Είναι η ακριβής κατανόηση των τριών λειτουργιών της. Ως κράτος-φράγμα, η Αλβανία θα εξακολουθήσει να προστατεύεται από δυνάμεις που δεν επιθυμούν μεταβολή της βαλκανικής ισορροπίας. Ως εθνικός συσπειρωτής, θα εξακολουθήσει να επηρεάζει το Κοσσυφοπέδιο, τη Βόρειο Μακεδονία και το Μαυροβούνιο. Ως βαλκανικός κόμβος ισχύος, θα επιδιώκει να μετατρέπει το ενδιαφέρον των τρίτων σε πολιτικό πλεονέκτημα. Η ελληνική στρατηγική πρέπει, επομένως, να στηρίζεται όχι στην προσδοκία ότι οι λειτουργίες αυτές θα εξαφανισθούν, αλλά στην προσπάθεια να ενταχθούν σε πλαίσιο θεσμών, αλληλεξαρτήσεων και κόστους.
Η Αλβανία είναι, τελικώς, μικρή ως προς το σώμα της, αλλά μεγάλη ως προς τη θέση της. Η γεωγραφία την κατέστησε χρήσιμη, η ιστορική της γένεση την κατέστησε αναγκαία και η διαίρεση του αλβανικού εθνικού χώρου την κατέστησε διαρκώς ανήσυχη. Η μελλοντική της συμπεριφορά θα εξαρτηθεί από το αν θα μετατρέψει τη δανεική ισχύ σε θεσμική ωριμότητα ή αν θα θεωρήσει την προστασία των ισχυρών υποκατάστατο της πραγματικής ισχύος. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να εξελιχθεί σε σταθερό σύνδεσμο μεταξύ της Αδριατικής και της βαλκανικής ενδοχώρας· στη δεύτερη, θα παραμείνει ένας ακόμη χώρος όπου η απόσταση ανάμεσα στην ισχύ, στην αντίληψη της ισχύος και στην εθνική φιλοδοξία γεννά τις προϋποθέσεις της επόμενης κρίσεως.
Babuna, Aydin. “The Albanians of Kosovo and Macedonia: Ethnic Identity Superseding Religion.” Nationalities Papers 28, no. 1 (2000): 67–92. https://doi.org/10.1080/00905990050002461.
Babuna, Aydin. “The Bosnian Muslims and Albanians: Islam and Nationalism.” Nationalities Papers 32, no. 2 (2004): 287–321. https://doi.org/10.1080/0090599042000230250.
Ballinger, Pamela. “A Sea of Difference, a History of Gaps: Migrations between Italy and Albania, 1939–1992.” Comparative Studies in Society and History 60, no. 4 (2018): 1006–1029. https://doi.org/10.1017/S0010417518000331.
Baltsiotis, Lambros. “The Muslim Chams of Northwestern Greece: The Grounds for the Expulsion of a ‘Non-Existent’ Minority Community.” European Journal of Turkish Studies 12 (2011).
Duka, Valentina. “Wilhelm Wied and the Movement of Northern Epirus: The Protocol of Corfu.” Mediterranean Journal of Social Sciences 4, no. 10 (2013): 463–468.
European Commission. Albania 2021 Report. SWD(2021) 289 final. Brussels: European Commission, 19 October 2021.
Fischer, Bernd J. “Albania since 1989: The Hoxhaist Legacy.” In Central and Southeast European Politics since 1989, edited by Sabrina P. Ramet, 421–438. Cambridge: Cambridge University Press, 2010.
Fischer, Bernd J., and Oliver Jens Schmitt. A Concise History of Albania. Cambridge: Cambridge University Press, 2022.
Hammond, N. G. L. Epirus: The Geography, the Ancient Remains, the History and the Topography of Epirus and Adjacent Areas. Oxford: Clarendon Press, 1967.
Hellenic Ministry of Foreign Affairs. “Minister of Foreign Affairs Nikos Dendias’ Intervention in a Web Event Organised by the Jewish Institute for National Security of America.” 30 March 2021.
International Court of Justice. Accordance with International Law of the Unilateral Declaration of Independence in Respect of Kosovo, Advisory Opinion. I.C.J. Reports 2010, p. 403.
Jarvis, Christopher. “The Rise and Fall of Albania’s Pyramid Schemes.” Finance & Development 37, no. 1 (2000): 46–49.
Jarvis, Christopher. The Rise and Fall of the Pyramid Schemes in Albania. IMF Working Paper WP/99/98. Washington, DC: International Monetary Fund, 1999.
Kretsi, Georgia. “The ‘Secret’ Past of the Greek-Albanian Borderlands: Cham Muslims and Greek Orthodox Christians in Conflict.” Ethnologia Balkanica 6 (2002): 171–195.
Malcolm, Noel. “The ‘Great Migration’ of the Serbs from Kosovo (1690): History, Myth and Ideology.” In Rebels, Believers, Survivors: Studies in the History of the Albanians, 128–148. Oxford: Oxford University Press, 2020. https://doi.org/10.1093/oso/9780198857297.003.0007.
Μάντα, Ελευθερία. Οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου, 1923–2000. Θεσσαλονίκη: Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 2004.
Mazower, Mark. “Three Forms of Political Justice: Greece, 1944–1945.” In After the War Was Over: Reconstructing the Family, Nation, and State in Greece, 1943–1960, edited by Mark Mazower. Princeton, NJ: Princeton University Press, 2000.
NATO. “Kosovo Air Campaign, March–June 1999: Operation Allied Force.” Updated 21 October 2024.
NATO. “NATO’s Role in Kosovo.” Updated 12 June 2026.
Organization for Security and Co-operation in Europe, Office for Democratic Institutions and Human Rights. Kosovo/Kosova: As Seen, As Told—An Analysis of the Human Rights Findings of the OSCE Kosovo Verification Mission, October 1998 to June 1999. Warsaw: OSCE/ODIHR, 1999.
Simma, Bruno. “NATO, the UN and the Use of Force: Legal Aspects.” European Journal of International Law 10, no. 1 (1999): 1–22. https://doi.org/10.1093/ejil/10.1.1.
Skendi, Stavro. The Albanian National Awakening, 1878–1912. Princeton, NJ: Princeton University Press, 1967.
Tase, Peter. “Italy and Albania: The Political and Economic Alliance and the Italian Invasion of 1939.” Academic Journal of Interdisciplinary Studies 1, no. 3 (2012): 45–60.
Tsitselikis, Konstantinos. Old and New Islam in Greece: From Historical Minorities to Immigrant Newcomers. Leiden: Martinus Nijhoff Publishers, 2012.
United Nations Security Council. Resolution 1101 (1997), S/RES/1101, 28 March 1997.
United Nations Security Council. Resolution 1199 (1998). S/RES/1199. 23 September 1998.
United Nations Security Council. Resolution 1244 (1999). S/RES/1244. 10 June 1999.
United States Department of State. Foreign Relations of the United States, 1914, Supplement: The World War. Washington, DC: United States Government Printing Office, 1928.
United States Department of State. Foreign Relations of the United States, 1946, Paris Peace Conference: Proceedings, vol. IV. Washington, DC: United States Government Printing Office, 1946.
Vickers, Miranda. The Cham Issue: Albanian National and Property Claims in Greece. Camberley: Conflict Studies Research Centre, Defence Academy of the United Kingdom, 2002.
Winnifrith, Tom. Badlands—Borderlands: A History of Northern Epirus/Southern Albania. London: Duckworth, 2002.